Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Δεν ξέρω

Νομίζω απόψε είδα μια ιστορία. Νομίζω είδα καθαρά. Δεν έχω τί να πω. Αλήθεια, δεν έχω. Και είδα πράματα που άλλοι ψάχνουν, και άλλοι δε βλέπουν, μα που ήταν τόσο άχρηστα όλα.
Κάποιος θα πεθάνει και κάποιος θα φύγει. Δε θά 'ναι οι μόνοι.
Και είδα πράματα που άλλοι κρύβουν, και πολλοι δε βλέπουν, μα μου ήταν τόσο άχρηστα όλα.
Κάποιος θ' αλλάξει.
Κι εγώ; Τί θα κάνω;

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Ο τοίχος

Και θα πάρω μια παπαρούνα. Μία μεγάλη βαριά κατακκόκινη παπαρούνα. Και θα κοιτάξω τον τοίχο. Τα επιμελώς τοποθετημένα τουβλάκια, το τσιμέντο ανάμεσά τους, το ξεθωριασμένο ροζ χρώμα τους. Και θα τα κοιτάξω δυνατά. Με όλη μου τη δύναμη. Και πολύ όμορφα και γλυκά, με βλέμμα σαν του τρελλού, θα τους πω οτι δεν ειναι εδώ η θέση τους. Τότε θα πετάξω πάνω στον τοίχο την παπαρούνα μου, που ζυγιζει λίγα γραμμάρια· μα το υπόσχομαι, θα πέσει πάνω του σαν τεράστια σιδερένια σφαίρα. Και μονομιάς ο τοίχος θα γινει χιλιάδες σπασμένα κομματάκια και θα κατακρυμνηστει χάμω. Το φως, θα περάσει μέσα και θα αγγίξει τα χέρια μου και τα ξεθωριασμένα μου δάχτυλα που δεν είχαν ποτέ πράξει κάτι τόσο γενναίο.
Εγώ χαιρέκακα, θα κοιτάξω ειρωνικά τα ανήμπορα και ετοιμοθάνατα πια τούβλα και θα ανέβω πάνω τους να ατενίζω το ηλιοβασίλεμα, νικητής.

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Απλά πράματα

Έρχεται;

Με μία λέξη, γιατι οι πολλές δεν ειναι..
Αλλού.

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Κάποιος γιορτάζει

Σα νά 'ταν όνειρο, απόψε –δεν έχω τι να πω, ένα πράμα, σα να χουμε γιορτή. Μέσα στην καρδιά του φθινοπώρου, κάποιος σκέφτεται ευχές, τίποτα το ειδικό, κι όμως ειναι μια βουτιά σε ένα σωρό συμβολισμούς που λένε κάτι για να ζήσεις χίλια χρόνια, και υγεία και λοιπά μα κυρίως ευτυχία.

Σα νά 'ταν όνειρο, αιώνες –έτσι φαινόταν, γέλια χαρές με κοιμήσαν, κι όλο ρώταγα ποιός γιορτάζει, μα πού να ευχηθώ και πώς. Τ' όνομά του, το συλλάβιζα κι έλεγα μάτια μου, και φανταζόμουν ιστορίες που γιόρταζε όλη η γη.

Κάποιος γιορτάζει που να ξέρω, που να θυμάμαι, τι να πω.
Κάποιος γιορτάζει κι ησυχάζει
Κάποιος γιορτάζει μα το βρήκα.

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Το μαγικό χέρι, IV

Και τον καταδίκασε να αισθάνεται πράγματα μα να μη μιλάει ποτέ γιαυτά. Κι όποτε έρχεται ο πόνος και η θλίψη, τον έβαλε να ορκιστει πως θα χάνεται αποτον κόσμο και κανεις να μη ρωτάει που πήγε ο άνθρωπος αυτός, σα να μην υπήρξε ποτέ. Κι όμως να ξέρεις, ο άνθρωπος αυτός, μπορει να βρίσκεται ακριβώς δίπλα σου. Και ίσως κάνει πως χαμογελάει λιγο.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Το μαγικό χέρι, IIΙ

Ποιός μίλησε για βροχή; Ποιός τη φοβάται τη βροχή; Δεν ξέρω αν το χεις ακούσει, μα υπάρχουν οι ομπρέλες.

Και ήρθε και του έπιασε το χέρι, τον χάιδεψε στοργικά στο μέτωπο, και άρχισε γλυκά να τον νανουρίζει λεγοντάς του πως τώρα πια δε θα ναι μονος ξανά, και οτι θα ειναι για πάντα δίπλα του. Πως τώρα δε χρειάζεται να φοβάται τίποτα. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο προσωπό του, και σιγά σιγά αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του. Και αυτή η εικόνα θα πάγωνε για να γινει η μεγαλύτερη φαντασίωσή του.

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Με τρεις λέξεις;

Ένας υπέροχος άνθρωπος.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Το μαγικό χέρι, II

[...] Φοβάμαι πολύ να μιλήσω, φοβάμαι να ζητήσω την παραμικρή βοήθεια. Δε μπορώ άλλο, αυτή έχει τυλίξει τα χέρια της σχεδόν ερωτικά στο λαιμό μου και με πνίγει σιγά σιγά. Μα εγώ επιμένω να κοιτάζω πάντα ψηλά, για πόσο δεν ξέρω ακόμα.

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Το μαγικό χέρι

Φωνάζω πίσω απο έναν καθρέφτη μήπως έρθει κανεις, μα το μόνο που βλέπω ειναι η αντανάκλασή μου.

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Η πρώτη οκτώβρη.

Πράγματα σκόρπια, πράγματα δεξιά, πράγματα αριστερά, πράγματα που σκέφτομαι, πράγματα που ήθελα να κάνω. Βιβλία στο κομοδίνο, όπως λέμε ηρεμιστικά, γάλα στο γραφείο όπως λέμε αντικαταθλιπτικά, ποδήλατο κατά της ανασφάλειας, ρούχα άπλυτα που θέλανε πολλά, ένα πιάτο στο νεροχύτη. Αυτό το σπίτι σήμερα έχει συννεφιά και βροχερή ησυχία. Σίγουρα τα πολύ ζυγά δεν κυκλοφορούν την πρώτη του Οκτώβρη και ίσως και τις επόμενες μέρες δηλαδή. Υπάρχουν φορές που γράφω σημειώσεις ατελείωτες, μόνο και μόνο για να βρω μια αφορμή να έχω ένα λεύκωμα, σα μαθητής δημοτικού –κι ας είμαι δάσκαλος, μόνο και μόνο για έχω να γράψω κάπου για πράγματα όμορφα, χωρίς να φοβάμαι ποιος θα με πάρει χαμπάρι.

Κι αυτή εδώ η συσκευή που σ' έχει ερωτευτεί φωτίζεται σιωπηλά με δυο-τρεις προτάσεις, λίγο ξώφαλτσες όμως ταυτόχρονα τόσο, μα τόσο εύστοχες. Λοιπόν δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου τόση λιακάδα σε συσκευασία καθημερινότητας. Να ξέρεις, τα νοήματα ζουν στη δική τους τροχιά, πέρα από λέξεις και τυπικότητες. Αίσθηση συνεπούς αντίληψης ή προσωπική προβολή; Δεν ξέρω, κι ίσως δε μάθω άμεσα. Στο κάτω κάτω, δε με νοιάζει, εγώ πιστώνομαι μονάδες χαμόγελου και δανείζομαι λίγο από τη λιακάδα, που τόσο πολύ θέλει για να στεγνώσει αυτό το σπίτι.

Όπως μάθαμε άλλωστε στην πρώτη δημοτικού, που έγραφε ένα παραμύθι: Ύστερα μπήκε ο ήλιος και έδιωξε τη θερμάστρα, κάθησε στις καρέκλες και τις πολυθρόνες και έστρωσε χρυσά χαλάκια στα πατώματα.

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

Η ύβρις της Περσεφόνης

8 σπόρους ροδιού δοκίμασα, τόσους μήνες θα γίνομαι χειμώνας, και στον ένατο θ' ανθίζω. Εδώ και χρόνια τώρα, έλεγα στον Άδη, και άλλη επιλογή δεν άφηνα. Είναι ο μύθος μου, σχεδόν βέβαιος, σχεδόν τραγικός. Κοίτα να δεις πράγματα, και πιστεύω πως όλα είναι στο μυαλό μου, δε μου αρέσει όταν χιονίζει, γιατί είναι σαν κρύο, αλλά πολύ πιο έντονο.
Δε μπορώ να καταλάβω κυρίως τις μικρές ώρες, δυσκολεύομαι και λιώνω, γιατί, γιατί, δε μπορώ να καταλάβω.
Και φαντασιώθηκα πάλι πολύ όμορφα πράγματα, σχεδόν το νοιώθω σαν αμαρτία να σκέφτομαι τόσο όμορφα πράγματα. Και δεν τόλμησε ποτέ κανείς θεός να μου χρεώσει την ύβρη αυτή.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Autumn leaves

Μια μπύρα και μια κοκα-κολα ψάχνουν ένα παγκάκι με θέα να αράξουν, και δροσερές σταγόνες αισιοδοξίας μαζεύονται γύρω τους.
Άντε και κανένα κουνούπι που και που, έτσι για να έχουμε κάτι να μας τσιγκλάει το δέρμα, κυριολεκτικά. Και ελπίζω τη σκέψη, μεταφορικά. Όχι βέβαια τα κουνούπια.

Εντάξει, θετική· πάντα θετική.
Ότι θες εσύ. Δε με νοιάζει. Αλήθεια.
Φόκους σε κάτι όμορφο.

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Afterhours

Η μοναξιά πάντα κάθεται στη μέση, συνήθως σε γεμάτους καναπέδες. Κάπου μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, ζητείται μέλλον. Κυρίως ελπίδα. Κι αν μιλάς για την ευτυχία κι αν τη σκέφτεσαι, μάλλον απέχεις από αυτήν. Αν στεναχωριέμαι για κάτι, είναι που θα μου λείψει κυρίως εκείνο το καλοκαιρινό αεράκι που με έκανε να έχω τόσο διαφορετική οπτική. Αλήθεια κρίμα. Τι μένει; Νοσταλγικές αναμνήσεις, μισή ντουζίνα προσωπικές εργασίες, ενδεχομένως ένα δίπλωμα οδήγησης. Προσωπικά αντικείμενα δηλαδή, έτσι να σου βρίσκονται στο ράφι. Νοιώθω πολλά, και δε με νοιάζει, καθόλου δε με νοιάζει. Νοιώθω πολλά και δεν το λέω, κουβέντα δε λέω. Η βραδιά απόψε είναι για την πάρτη μου, αποκλειστικά.

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Ταξίδι στο όνειρο

Ήτανε μια φορά –μάτια μου,
ένα όνειρο.
Που έψαχνε άνθρωπο
να το κάνει πραγματικότητα.

Αν μπορούσες να δεις τι υπάρχει σε τούτην εδώ τη γαλήνη.

Μια σκέψη ματώνει σαν την ακουμπάς με ροδοπέταλα.

Κι ένα μικρό πλοιάριο, σε μια θάλασσα λάδι, που χαζεύει ψηλά, κόβει τη νύχτα, με μια σειρά φώτα, και απάνω όμορφα πρόσωπα γελούν· σιωπηλά τραγουδούν. Κάπου μεταξύ γης και ουρανού, κάποιος θέλησε να γράψει για την ευτυχία.

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Το ποτήρι που δακρύζει

Αγαπημένη μου σκέψη, απόψε με εσένα μιλάω, με εσένα κουβεντιάζω και πάντα μου απαντάς και μ' αγαπάς και με προδίδεις, πάντα, με τον πιο γλυκό τρόπο. Κι εσύ που ενδιαφέρεσαι για το καλό μου, απόψε, στοργικά με φιλάς στο μέτωπο, σαν τον Ιούδα, και μου υπόσχεσαι ομορφιές, κι ένα νανούρισμα σαν από κλάμα λατέρνας γραμμένο από κάποιο Μάνο που βρέχει γαρύφαλλα. Και συγνώμη μου ζητάς, μακάρι να μπορούσα να σε κάνω λίγο πιο ευτυχισμένο. Τίποτα το καινούριο. Εκτός ίσως από ένα ποτήρι κρύο νερό, στα αριστερά μου, σχεδόν γεμάτο, που σταγόνα σταγόνα το γεμίζω ίσα με το χείλος του, και ζητάω να το φιλήσω, μήπως ξεδιψάσω μια μοναξιά. Μα αυτό ψυχρό όπως πάντα, αδιαφορεί, και με κάνει και δακρύζω εγώ για αυτό. Δε διανοούμαι καν να το αγγίξω. Μα εγώ ελπίζω, ότι οι συννεφιές του σεπτέμβρη, ίσως λειάνουν με μερικές σταγόνες την επιφάνειά του. Επιφάνεια. Και σχεδόν παρακλητικά ζητάω, μη με πληγώνεις άλλο, δεν αντέχω σου λέω, ραγίζω για χάρη σου, δεν το βλέπεις;

Είναι λοιπόν, η σιωπή της νύχτας που σπάει ελπίδες και χαιρέκακα τρίζει φόβους, σαν πόρτες ξεχασμένες στην ιστορία μια ζωής. Ενός ανθρώπου που γίνεται άθελά του, ήρωας με πράξεις μηδαμινές και εραστής του τίποτα για χάρη μιας ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Ενός ανθρώπου που του λείπει λίγη ομορφιά και πολλή τρυφερότητα. Που επιλέγει από ανάγκη να γίνει τραγικός σαν πιερότος και εύθραυστος σαν τραπουλόχαρτο.

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Εφτά χιλιόμετρα γραφίτη

Και κλείνω τα μάτια, να προβάλλω λίγο ένα παραμύθι που ελπίζω να ανέβει στο πανί.

Αυτή τη φορά θέλω να το ζωγραφίσω. Δεν ήθελα ούτε να μιλήσω γιαυτό, ούτε να γράψω. Βασικά δοκίμασα να πάρω στα χέρια το μολύβι μου, και σε μια κόλλα άλφα τέσσερα, σαν κι αυτές που γράφω σημειώσεις για τους μαθητές μου, προσπάθησα να τραβήξω μερικές γραμμές. Για αρχή, προσπάθησα κάτι εύκολο· δεν είναι δύσκολο πράμα να ζωγραφίσεις δέκα ξύλα –τα μισά από αυτά κόκκινα– και δυο φιγούρες. Νομίζω αυτό που σχεδίασα, δε μοιάζει καθόλου με αυτό που είχα στο μυαλό μου. Και φαντάζομαι οι περισσότεροι θα συμφωνούσαν αν ποτέ το έβλεπαν. Αναμφισβήτητα. Δεν έχω ταλέντο. Μα ελάχιστα σκάω γιαυτό. Έχω να πω, ότι βρίσκομαι μπροστά σε μια πολύ γλυκιά προσπάθεια αυτού του μπλε μηχανικού μολυβιού, που μετράει σχεδόν δυο χρόνια ζωής σε συρτάρια και κασετίνες.

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Σχεδόν δευτέρα

Δυο μυρμήγκια πάνω σε ένα ψηλό φύλλο στο γρασίδι λένε για τον κόσμο. Δυο μπουκάλια μπύρας ζεσταίνονται σε ένα ντουλάπι, κατακαλόκαιρο. Το φεγγάρι, που ντρέπεται να το χαζεύουν, κατακόκκινο, λιποθυμάει λίγο πιο δεξιά από την ακρόπολη. Ο χρόνος σιγά σιγά κυλάει καθαρίζοντας τη βεράντα. Κι εγώ απλά ονειρεύομαι καθισμένος σε ένα τραπεζάκι από μπαμπού που έβγαλα από την αποθήκη.

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

Οι νόρμες κι άλλες ιστορίες

Ο λόγος για το ασήμαντο κυρίως. Το ξέρεις ότι φοβάμαι να θέλω, και σιωπηλά ζητάω μια μικρή ενθάρρυνση. Δεν ξέρω, δεν ξέρω αλήθεια αν πρέπει να τιμήσω την ανάγκη μου να βρίσκεσαι ουσιαστικά στον κόσμο μου, δεν ξέρω αν πρέπει να την προσωποποιήσω ή να την κρατήσω ως εσωτερική εξάρτηση, ως ανάμνηση ευτυχίας, ενός ανθρώπου που αποτοξινώνεται· ούτε κι αυτός δεν ξέρει από τί. Έξω είναι κρύο, ο κόσμος λένε για ζέστη – αηδίες, αφού τους βλέπω, όλοι φοράνε τα πιο βαριά παλτά τους, γιατί;

Ο λόγος για μια αγκαλιά μονάχα. Αν όλα αυτά θα μπορούσαν να τρομάξουν τους ανθρώπους, τότε καλά κάνουν, κι εσείς ας φύγετε από 'δω. Έχω να πω, τόσο ασυνείδητα πως δε σας έχω ανάγκη καμμιά.

Εγώ θα βάλω ένα ζευγάρι γάντια κι ακόμη μια φορά θα υπεκφύγω με το συνήθη τρόπο, ζωγραφίζοντας την ομορφιά στο δικό μου το κάλυμμα. Σκεπάζω τις ενοχές για την αδυναμία μου την ουσιώδη. Δεν υπάρχει νόημα. Το νόημα είναι αυτό που αισθάνεσαι καθώς τα μάτια σου διαβάζουν τις θεατρικές μου λέξεις που σε ταξιδεύουν από γραμμή σε γραμμή, κάνοντας στάσεις σε τελείες κι άλλα σημεία θλίψης, χαράς και άλλων πολλών πραγμάτων.

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Ο σκώρος

Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δε θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων. Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά…

Σκέψεις όπως κόκκοι καφέ, πάντα διαλύονται αρωματικά στο μυαλό μου. Τη ζαχαρίνη δε θα τη λογαριάσω. Τολμώ να χαμογελάω κοιτάζοντας την τεράστια κούπα, αλλά σκέφτομαι να κρατήσω το χαμόγελό μου στα όρια αυτού του ποτηριού, μη μας πάρει μάτι κανείς. Όρια προσωπικά, που ίσως και να μπερδεύουν το δεύτερο πρόσωπο, ενδεχομένως και ιδανικά δηλαδή. Μπορεί κι εξιδανικευμένα. Οι προοπτικές βρίσκονται στον πληθυντικό συχνά. Όπως ο πληθυντικός των σπασμένων στα δάχτυλα, ξηρών καρπών που περίμεναν μια ακόμα μπύρα ή κάτι τέτοιο. Μονοπωλώντας έναν καναπέ, μια προσδοκία και το σημαντικό, αστέρια έπεφταν αραιά και πού, σαν καταιγίδα όμως, στο ίχνος κάποιων συνειρμών για ευχές. Κι όλα όμορφα πάλι, όπου κι αν είσαι. Θέλω οι άνθρωποι να ακολουθήσουν κι αυτοί τις δικές τους πορείες, κι ελπίζω ότι κάπου σ' αυτές μπορεί να υπάρχω κι εγώ. Τόσο φυσικά. Φυσικά θέλω πολλά να πω, αλλά φοβάμαι ότι θα γίνω πληθωρικός και θα χάσω κάτι από τη γοητεία μου στα μάτια μου.

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Άγνωστο

― Στα μάτια σου κοιτώντας, θα δω αυτό που θά 'θελα να γίνω.
― Οι άνθρωποι γύρω μου συνηθίζουν να ναι όμορφοι και χαίρομαι να τους χαζεύω. Μα δεν τους το λέω· μη σκοτώσω την ομορφιά.
― Αυτό που θες να αναγνωρίζεις για προφανές, ίσως όμως είναι μια θαυμάσια ψευδαίσθηση. Μπορείς να πας λίγο παραπέρα;
― Φυσικά.
― Θα νυστάξω αφού δω την ανατολή που σου υποσχέθηκα, μα κάνε μου μια χάρη. Άσε με να κοιμηθώ μετά στην αγκαλιά σου.

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Μικρές ώρες

Μια κουταλιά συνειρμοί που επιπλέουν στον αφρό είναι οτι μένει στις έξι το πρωί. Η ανάγκη σε ρόλο βρεφοκομείου συναισθημάτων, και ένα γιατί στο δρόμο για μερικές πλάγιες δηλώσεις. Ώρες ώρες, σκέφτομαι να απενοχοποιήσω οριστικά την ανασφάλειά μου, να πάει στο διάολο. Ώρες ώρες σε σκέφτομαι. Κάτι ελπίζεις, κάτι φοβάσαι, κλασικά δηλαδή όπως πάντα. Ώρες ώρες θέλω να μη σκέφτομαι. Κι αν η ελπίδα δε σου βγει; Κι αν σου πηδήξει τον ψυχισμό; Αηδίες. Στο κάτω κάτω, εσύ παραμένεις ακέραιος, όπως και πριν. Όλα είναι σα μια παράσταση που αποφασίζουμε να παίξουμε στο μυαλό μας. Φυσικά, η διανομή των ρόλων είναι αυστηρά στη δική μας διακριτική ευχέρεια.
Πολλά δεν τα καταλαβαίνω, άλλα τόσα δεν τα δέχομαι· μα αν τα δεχτώ τελικά, θα είναι όλα ένα κλικ πιο όμορφα. Μα θέλω να ξέρεις ότι έκανα τη δική μου προσπάθεια να τα αλλάξω. Και θέλω να ξέρεις, πως υπήρξα περήφανος γιαυτό. Κι αν τα κατάφερνα, ίσως και να ήμουν ένα βήμα πιο κοντά.
Πάω να πέσω και θα ονειρευτώ ένα σωρό πράγματα.

Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

Ενάμιση λίτρο βενζίνη

Όχι, δεν ειμαι τρομοκράτης, δεν έχω μολότωφ.

:)

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Ξόρκια

Σίγουρα ένας από τους μεγαλύτερους φόβους μου ειναι η επί μακρον μοανξιά.
Και απλά θέλω να το μοιραστώ λιγο ;-P

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Post Scriptum

Λίγο κυκλοθυμικά αλλά πολύ γλυκά θα ήθελα να σας πω να φύγετε· να πάτε αλλού. Απόψε χέστηκα για όλα. Στο διάολο και η συνοχή και η αυτοαπελευθέρωση. Κι άλλα πολλά. Ξαφνικά περνούσα έξω από ένα πανηγύρι και δε μπορούσα λέει να φρενάρω, κι έτσι κύλισα πίσω, τότε που ήταν πράγματι γιορτή. Στο διάολο σαφώς, και στο πορτοκαλί που λιώνει καθώς τολμάει να υψωθεί μπροστά μου και γίνεται λευκό, μετά. Δε με νοιάζει και δε θέλω να μάθω, για το παραμύθι που στοργικά μου λες κάθε βράδυ για να με παίρνει ο ύπνος. Που δηλαδή, δεν είσαι εδώ κι είναι όλα σχεδόν απόντα. Μάλλον με νοιάζει που συγκατοικούμε, κυρίως τα βράδια δηλαδή, όλως τυχαίως στην ίδια σκέψη. Τη δική μου σκέψη. Με νοιάζει που δεν έχω σε ποιόν να γκρινιάξω για την απουσία σου· τη δική μου απουσία δηλαδή. Μα χέστηκα. Εγώ θα πάω να ξαπλώσω σε σχεδόν τέσσερα τετραγωνικά στρώμα και σου υπόσχομαι, πως δε θα σε σκεφτώ απόψε. Κι ούτε θα μου λείπεις. Αδιαφορώ για όλα και για τίποτα, χωρίς κανένα λόγο, και λέω λόγια που δεν ακούς. Που ακόμα και να στα φωνάξω δε θα τα καταλάβεις, θα με καταλάβεις;

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Η άλλη πλευρά

Προφανώς πολύ ενδιαφέρον.
Φυσικά όμορφο.
Και νομίζω τίποτα λιγότερο από αυτό που σκέφτομαι και νοιώθω.
Α ρε Μανωλάκη αγόρι μου :- )
Αν ήθελα να ευχηθώ κάτι, είναι να μπορούσα να κάνω τους ανθρώπους να δώσουν το καλύτερο δυνατό που έχουν μέσα τους. Δηλαδή κι εγώ μαζι με αυτούς.
Δεν ξέρω πάντα τον τρόπο. Πειραματίζομαι όμως, ε;

Μ' αγαπάτε ρε;
Δεν είμαι μόνος μου; Ε παιδιά;

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

L

Μπορώ να με φανταστώ;
Αξίζει η προσπάθεια;
Μακάρι.

Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

28

Μία κηδεία, κάτι γενέθλια, ανθρώπων ιστορίες. Καναπέδες που ενδείκνυνται για σκέψεις σε συσκευασία νύστας. Προς στιγμήν ήθελα να τραβήξω τις μπλούζες που καθένας είχε επιλέξει να τον σκεπάζουν, οι αντιφάσεις όπως πάντα μυρίζουν από μακρυά. Ποιός είναι ο καλλιτέχνης; Παιδιά κάτι έχουμε χάσει. Ποιός μεγάλωσε στ' αλήθεια; Ψεύδη κατά συνθήκη. Γιατί γαμώτο; Κάποιος είναι ανορεξικός. Βρες τον. Κάποιοι δεν είναι ζευγάρι. Άντε καλέ.
Ένα χρώμα θα κρατήσω για μένα, κι ένα άλλο θα σου δείξω.

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Μετά από καιρο

Λες να γίναμε ρόμπες;
Οκ, so what?
Πφφφφφ

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

Underground

Ώρες μικρές, σκέψεις μικρές επίσης.
Δες το αλλιώς.
Μια Coca Cola light σ' ένα παγκάκι (η βόλτα που κοστίζει μόνο 1.30€).
Κι εγώ θα κάτσω από την άλλη πλευρά.
Βράδια ήσυχα, όχι όμως όπως το τραγούδι.
Αλλιώς.

Εδώ απόψε νομίζω πως προσωρινά δε φοβάμαι.
Και για φαντάσου, δεν είμαι στο σπίτι.
Κοίτα να δεις, ο κόσμος αντί για ταβάνι έχει ουρανό.
Για κοιτάξου λίγο στον καθρέφτη – συμβολικά πάντα.
Τί βλέπεις;

Σιωπή;

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Bang Bang

Nancy Sinatra, Bang Bang



Κι εγένετο η εξομολογηση, ένα χρόνο μετά. Δε βαριέσαι.

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

:->

Κι όμως που λες, άσχετο βέβαια.
Μα εγώ κάτι βλέπω εδώ.
Να μου το θυμηθείς.
Άσχετο σαφώς.

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Propaganda

Όλα ειναι μια τραγική και αστεία προπαγάνδα.
Βαρέθηκα τη βια, οικονομική, ψυχολογική, κοινωνική, τη δική μου, τη δική σου.
Να φύγετε· να πάτε αλλού.
Εγώ δε θέλω να ζω έτσι.
Δεν ξέρω πως, όμως. Μα θα το βρώ.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

ΙΙΙΙΙ

Μπράβο μέγιστε!

Άντε του χρόνου πάλι!

Θα μαι κι εγώ μαζι :-P

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

I 'm blue

http://www.youtube.com/watch?v=68ugkg9RePc


Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

^D

login: root
password: 

[root ~]$ ifdown cell0
[root ~]$ killall -SIGHUP -u manolis
[root ~]$ who
root     tty1         2010-04-13 02:05

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

acpi sensors :-]

#!/bin/bash

clear; 
cd /sys/class/hwmon/hwmon0; 

while true; do 
    echo -ne "\033[H"; 
    for label in *_label; do 
        name="${label%_label}"; 
        val="${name}_input"; 
        echo "$(cat "$label"): $(cat "$val") "; 
    done; 
    sleep 1; 
done

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Bourne again, III

[manolis ~]$ exec &>/dev/null

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Bourne again, II

[manolis ~]$ [ $(($sunset - $sunrise)) -gt 43200 ] && carpets_off
[856099140.0] kernel: Removing carpets

[manolis ~]$

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Bourne again

[manolis ~]$ echo "summer" > /proc/sys/mode
[855709388.0] kernel: Entering summer mode.

[manolis ~]$ /sbin/telinit 1

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

Ἥσυχα βράδια

Σσσσσ, κοιμᾶται.
Μὴν τὸν ξυπνᾶτε.
Εἶναι ἕνας μικρὸς πανέμορφος θεὸς ὅπως ἔχει γαληνέψει
καὶ δὲν τὸ ξέρει.
Καὶ μὴν τοῦ τὸ πεῖτε·
ἐγὼ αὐτὸ τὸ παιδὶ ἀγάπησα
καὶ σ' αὐτὸ τὸ παιδί θέλω νὰ χαθῶ.

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Φτερό

Έριξα μια ματιά σε κάτι παλιές υποθέσεις, και χτύπησε η καρδιά λιγο πιο δυνατά. Τελικά, έβαλα το τετράδιο πάλι πίσω στη σκόνη· συμβολικά. Κάποια στιγμή θα το πάρω κι αυτό πίσω στη βιβλιοθήκη, δίπλα στ' αγαπημένα. Ελπίζω. Ίσως. Θα δούμε.

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Πάρε πέντε

σήμερα έξω από τις μπλε σκάλες, τα είδα όλα. Και που 'σαι ακόμα. Τουλάχιστον ήμαστε τρεις, για το πέντε. Και ίιιιι στη μέση.

Άσχετο, αλλά: Μανωλάκη παιδί μου, επιτέλους, πάρτο απόφαση να χαλαρώσεις και σταμάτα να μετατρέπεις σε αυτοσκοπό των πραξεών σου το σοφάντισμα της εικόνας του εγώ σου!

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

Η άνοιξη

Ψέμματα τελικά. Εγώ θα σε βοηθήσω να συγκινηθείς. Κι εσύ θα με βοηθήσεις να κάνω πράγματα για σένα.

κι έτσι ξαφνικά
όπως θα μπαίνει η άνοιξη
μια και καλή θα
συμφιλιωθώ μαζί σου

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

ToDo list

Ἔτσι ἁπλά. Στοχεύω στὴν ἐλπίδα μου γιὰ εὐτυχία. Ὅτι θέλω, τὸ πιστεύω, τὸ μπορῶ· θέλω νὰ τὸ κάνω.



Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Τριανταένα και κυκλοφόρησε

               ▗▟███▙▖                                      
             ▗▟███████▄                                     
             ▟█████████▙                                    
            ▟███████████▌                                   
           ▐█████████████▖                                  
          ▗██████▛▝██████▙                                  
          ▟██████  ▝██████▌                                 
         ▐██████▘   ▐██████▖                                
        ▗██████▌     ██████▙                                
        ████████████████████▌                   ▗██████▛    
       ▟█████████████████████▖                 ▗██████▛     
      ▗██████████████████████▙▖                ▟██████▘     
      █████████████████████████               ▐██████▌      
     ▟██████▀▀▀▀▀▀▀▀▀▀▀▀▀▀▀▀▀▀▀▘             ▗██████▛       
    ▗██████▘                                 ▟██████▘       
    ██████▛                                 ▐██████▌        
   ▟██████                 ▄▄▄▄▄▄▄▖        ▗██████▛         
  ▗██████▘                 ▜██████▙        ███████▘         
  ▀▀▀▀▀▀▘                  ▝███████▌      ▟██████▘          
                            ▝███████▖    ▐██████▛           
                             ▜██████▙   ▗███████            
                              ▜██████▌  ███████▘            
                               ▜██████▖▟██████▌             
                               ▝█████████████▛              
                                ▐████████████▘              
                                 ▜██████████▘               
                                  ▀████████▘                
                                    ▀███▛▀                  
                                                            

Ένα περιοδικό που πάντα κάτι θέλει να μας πει. Δε θα πω τίποτα περισσότερο. Απλά, όπου το βρείτε, πάρτε το!

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Κολ[λη]μι

Ευχαριστώ!


Ο Σαλονικιός

― Ωπς, το αγόρι!
― Γειά!
― Τί κάνεις παιδί;
― Λίγο έτρωγα, είχα πάρει λίγο τυρί από το σουπερ μάρκετ και το έβαλα πάνω από κάτι κεφτεδάκια. Τώρα πίνω λίγο γάλα.
― Λολ
― Κατά τα άλλα, λίγο σπίτι, λίγο ρομέο, λίγο καθαρίζω, λίγο μοναξιές. Όλα λίγο.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Οι κάβλες

― Έφτασα
― Καλώστονε. θέλω να σου πω τη δική μου φαντασίωση
― Ποιά;
― που έχω από τους ανθρώπους!
― Ποιά ειναι;
― Να μου υποσχεθεί κάποιος ότι ειμαι τόσο σημαντικός για τη ζωή του, που δε μπορεί χωρίς εμένα! Κι εγώ με τη σειρά μου να κάνω, ότι δε μπορεί αυτός.
― Και πώς το ανακάλυψες;
― Τυχαία, όπως πάντα. Αν και ξέρεις κάτι;
― Τί;
― Μπορεί να ειναι το ακριβώς ανάποδο.
― Δουλεύεις;
― Τσουκ, γιαυτό έχω σφηνώσει στον Πειραιά
― Πάμε για καφέ;
― Μετά το γυμναστήριο
― Λες να χτυπήσουμε ένα καφεδάκι;
― Δεν το χω κουνήσει όλη τη βδομάδα, να το χτυπησουμε αμέ!
― Εκτυπωτή έχεις;
― Ε ναι, αν και το toner πνέει τα λοίσθια. Αν ειναι λίγες σελίδες να σου τυπώσω ότι θες
― Τη συνομιλία να τυπώσεις
― ναι.. (γιατί;) θα το παίξουμε ψυχαναλυτές κ έτσι;
― Εσύ! Όχι εγώ.
― Ναι τώρα σώθηκες. αλλα ναι μωρε εντάξει. Δηλαδή εμπιστεύεσαι τις ψυχογραφικές και ψυχαναλυτικές μου ικανότητες;
― Αρκετά. Αλλά σίγουρα, όχι μόνο τις δικές μου.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Να χάνεται!

Απόσπασμα από συνομιλία με τον καλό μου γείτονα


*
την ξέρεις αυτήν;
που δεν παίρνω όρκο οτι ειναι γυναίκα
*
ειναι γυναικα
την ξερω
*
σοβαρά; ειναι γυναίκα; μόλις μου έλυσες μια απορία χρόνων
*
παλαιοτερα που εγραφα πιο συχνα σχολιαζε το blog μου
και είναι προσωπικη φίλη αγαπημένου ανθρωπου (call me ex now)
*
lol
να λοιπόν χρήσιμοι πρώην
οι δικοί μου άχρηστοι
πφφφφ
ο ένας κλεισμένος στο σπίτι του,
με τον άλλο φάγαμε τα μούτρα μας...
και ο ανεκπλήρωτος ο έρωτας, εξαφανίστηκε στην κινα...
να μου χαθεί...
... να χάνεται
*

*
δε σε ενοχλεί να πάρω μέρος της συνομιλίας μας για το blog μου;
*
παρακαλω...
*
δεν αναφέρω ονόματα καταστάσεις.. απλά κάτι με συγκίνησε πάλι
*
καλα όπως θες
βαλε αρχικα δεν εχω θεμα
αν θες βαλε και παραπομπη στο blog moy
*
όχι.. προτιμώ το "ο καλός μου γείτονας"
*
χαχα οκ
*
τα αρχικά ειναι για τα μυαλά
ο καλός γείτονας ειναι για τις καρδιές
*

em dash

Ἂν ἡ φαντασίωσή σου, συμπληρώνει τὴ δική μου, ἔλα ἐδῶ. Νὰ χαρίσουμε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον ὅτι πιό σημαντικὸ ἔχουμε καὶ μ' αὐτὸ νὰ ἐγγυηθοῦμε τήν ἀγάπη.

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Τὸ χρονικὸ ἑνὸς προαναγγελθέντος θανάτου

Συντελέστηκε παλιά,
Ἑπιβεβαιώθηκε λίγες μέρες νωρίτερα.
Κρακ..
Δυστυχῶς δὲ μπορῶ νὰ κάνω τίποτα περισσότερο.
Κάπου ὅμως θέλω νὰ τὸ βγάλω ἀπὸ μέσα μου,
μόνο νὰ ἐλαφρύνει ἡ σκέψη.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Θεός

Εἶναι ὁ ἄνθρωπος τόσο συχνὸς
καὶ σπάνιος ταυτόχρονα.
Χαρὰ καὶ κρῖμα
Μονό μου βῆμα.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ κάβου

Ἂν ὑπῆρχαν λέξεις...
Ἂν ὑπῆρχε μελωδία...



Ἡ πρωινὴ συννεφιὰ μερικῶν μελαγχολικῶν σκέψεων.
Δὲ θυμᾶμαι πια τί.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

:-(

Είναι στεναχωρημένος.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Ὁ ἔρωτας τῆς κυριακῆς

Ἁπλὰ πονάει, γιατὶ δὲν ὑπήρξε ποτέ. Καὶ ἡ κυριακὴ αὐτὴ ἔμεινε μόνη καθισμένη σὲ ἕνα παγκάκι νὰ ἀγναντεύει ἀόριστα ἕνα αἴνιγμα.



― Δεσποινὶς
― Παρακαλῶ
― Μπορῶ νὰ καθίσω δίπλα σας;
― Παρακαλῶ.
― Ξέρετε, βραδυάζει. Δὲν κάνει νὰ μένετε ἐδῶ τὲτοια ὥρα μόνη. Εἶναι ἐπικύνδυνα γιὰ σᾶς.
― Περιμένω λίγο ἀκόμα, νὰ ἔρθει. Σὲ λίγο θὰ ἔρθει. Θὰ δεῖτε κι ἐσεῖς.
― Θὰ μποροῦσα νὰ σᾶς κάνω παρέα μέχρι νὰ ἔρθει τὸ ραντεβοῦ σας, ἂν ἐπιτρέπετε.
― Παρακαλῶ.
― Εἶστε ὥρα ἐδῶ;
― Ἀπὸ τὸ πρωί. Μὰ νομίζω πρέπει νὰ ἔκανα λάθος τὴν ὥρα. Δὲν εἶμαι σίγουρη ἂν εἶπε στὶς ἐννιὰ τό πρωί ἢ τὸ βράδυ.
― Ξέρετε εἶναι σχεδὸν δέκα.
― Ἴσως εἶπε δέκα. Θὰ ἔρθει τώρα, ὅπου νά 'ναι· θὰ δεῖτε. Δὲ μπορεῖ νὰ μὴν ἔρθει.
― Τὸ ὀνομά σας;
― Εἶμαι ἡ Βιρτζίνια. Ἐσεῖς;
― Εἶμαι ὁ Λέοναρντ.
― Καὶ εἶστε ἐδῶ τόσες ὥρες;
― Ναὶ, μὰ περνᾶνε εὔκολα. Ἔχω ἕνα βιβλίο ποὺ μοῦ κρατάει συντροφιά. Ἀνάμεσα στὶς πράξεις. Σχεδὸν τὸ ἔχω τελειώσει. Ἂν δὲν ἔρθει τὸ ραντεβοῦ μου μέχρι νὰ το τελειώσω, θὰ φύγω.
― Θὰ πρέπει νὰ εἶναι πολὺ ἀγαπημένο σας πρόσωπο;
― Ναί, πολύ. Μοῦ ἔχει δόσει τὴ μέγιστη δυνατὴ εὐτυχία.
― Εἶναι πολὺ ὄμορφο αὐτὸ ποὺ περιγράφετε.
― Δὲ νομίζω ὅτι δυὸ ἄνθρωποι θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πιὸ εὐτυχισμένοι ἀπὸ μᾶς. Σὲ λίγο θὰ ἔρθει. Ἔτσι πρέπει.
― Τί ἐννοοεῖτε;
― Πρέπει νὰ ἔρθει. Δὲ μὲ ἄφηνε ποτὲ μόνη μου σήμερα. Μιὰ τέτοια μέρα, ἔφυγα ἐγώ, τώρα εἶμαι ἐδῶ καί περιμένω νὰ ἔρθει.
― Μὰ γιατί εἶναι βρεγμένα τὰ ροῦχα σας;
― Γιατί ἔφυγα βιαστικά καὶ δὲν πρόλαβα νὰ ἀλλάξω. Θα δεῖτε, τώρα ποὺ θὰ ἔρθει, θὰ στεγνώσουν ὅλα.
― Θέλετε νὰ σᾶς δώσω κάτι νὰ φορέσετε; Ἔχετε παγώσει.
― Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, ὅμως δὲν τὸ χρειάζομαι. Δὲ γίνεται νὰ μὴν ἔρθει.
― Κι ἂν δὲν ἔρθει;
― Θὰ ξαναφύγω.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Ενοχλητική μοναξιά σαββάτου

Κάπως ξεχασμένος από αυτούς που θα ήθελα να θυμόνται την υπαρξή μου, οι υπόλοιποι απλά δεν υπάρχουν για μένα. Τελικώς, μόνος. Και η αντίφαση στο μεγαλείο της. Το βλέπεις κι εσύ, δεν το βλέπω μόνο εγώ, ναι; Θα τρελλαθώ σου λέω. Και προσπαθώ να βρω ένα γαμημένο λόγο να ξημερώσει η κυριακή. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει σχεδόν συνέχεια τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Και να λες ότι δεν το προσπαθώ; Ζντουπ, πόρτα. Από την άλλη φοβάμαι, πως οι αγαπημένοι μου (μα τι ειρωνία) άνθρωποι, αποφάσισαν να απομακρυνθούν λόγω μιζέριας; Ατέρμονες σκέψεις αν τις συνεχίσω. Δεν έχει θεραπεία ο καταιγισμός σαββατιάτικα.

Θέλω να εξαφανιστώ σε μια αγκαλιά και να σταματήσω να σκέφτομαι και να σταματήσω το χρόνο και να σταματήσω. Αν έρθεις απόψε, σου έχω κρατήσει μια θέση κάπου. Δεν ξέρω που, θα το βρούμε αυτό, θα τα βολέψουμε.

Ένα συγκινησιακό μπλοκάρισμα που έχει επιστρέψει, παρά τις πολύ φιλότιμες προσπάθειες να μιμηθώ λόγια και στάσεις σώματος καθαρών συγκινησιακών ανθρώπων, μήπως και το σώσω λίγο.

Αυτά για απόψε.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Περιγραφές, Ι

Εἶναι ἄσχημη αἴσθηση ὅταν ἔχεις ἀνοιχτεῖ σὲ ἕναν ἄνθρωπο, αὐτὸς νὰ σὲ ἀπορρίπτει. Καὶ ὅσο περισσότερα περιμένεις ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, τόσο πιὸ ὀδυνηρὴ εἶναι ἡ ἐμπειρία. Θὰ ἤθελα νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μὴν τὸ κάνεις αὐτό. Ποτέ, ποτέ. Ὅταν ἀνοίγεσαι σὲ ἕναν ἄνθρωπο, τότε αὐτὸς ἔχει στὴ διαθεσή του, τὸ μέσα σου. Καὶ μπορεῖ νὰ τὸ ἀγκαλιάσει ἂν θέλει. Μὰ μπορεῖ ἂν θέλει νὰ πάρει μιὰ λεπίδα, νὰ τὴν καρφώσει ὅπου πονάει περισσότερο καὶ νὰ ἀρχίσει νὰ τὴ στριφογυρίζει. Καὶ εἶναι περίεργος αὐτὸς ὁ πόνος· δὲ φαίνεται στὸ πρόσωπο. Ἴσως κάποιος ποὺ σὲ ξέρει νὰ τὸ προσέξει στὰ μάτια.
Κι ἐσὺ τὸ μόνο ποὺ ἔχεις νὰ πράξεις εἶναι νὰ ἀπομακρυνθεῖς, νὰ πάρεις ἥσυχα μιὰ βελόνα καὶ μιὰ κλωστὴ καὶ νὰ μπαλώσεις ὅτι χάλασε. Καὶ νὰ κοιτάξεις τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀνοίχτηκες. Φαίνονται ὅλα τόσο γλυκὰ ὅταν εἶσαι μακρύτερα· δὲ φταίει. Ἄλλωστε τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι δὲν ἀντιλήφθηκε κὰν τὶ σοῦ συνέβη. Ἴσως δηλαδή, νὰ μὴν σοῦ ἔκανε τίποτα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔνοιωσες. Οὔτε κι ἐσὺ φταῖς. Ἁπλὲς ἀνθρώπινες πράξεις, ποὺ ὑποκινοῦνται ἀπὸ ἁπλὲς ἀνθρώπινες ἀνάγκες.
Ἐσὺ νὰ ἀγαπήσεις ὅτι σοῦ συνέβη καὶ νὰ προσπαθήσεις νὰ τὸ ἐκμεταλλευτεῖς μὲ ἕνα τρόπο θετικὸ στὸ μέλλον – θὰ ἦταν ἰδανικό. Ξέρω, πονάει. Μὰ εἶναι μονόδρομος.

Μεταξύ μαθηματικών

— Έχω ανάγκη από λίγο ύπνο. Πάμε για νάνι;
— Μαζί;
— Λες; Έχω καιρό να κοιμηθώ με κάποιον. Ξέρω γω; Και δεν πάμε;
— Αν και ροχαλίζω μου λένε· θα σου κρατάω το χέρι όμως... ή θα σου βουλώνω τα αυτιά, εσύ διαλέγεις.
— Το χέρι νομίζω, μακράν καλύτερο. Κι ας ροχαλίζεις δε με νοιάζει.
— Το άλλο χέρι; Ελεύθερο; Ή όπου θέλω;
— Ε, αν έχεις αγγίξει το ένα χέρι, το άλλο ας ειναι όπου θέλει.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Ἡ νύχτα

Ὅπως πάντα, ἄλλη μιὰ νύχτα σπίτι. Δὲν καταλαβαίνω πῶς περνάνε οἱ μέρες καὶ γίνονται νύχτες, γιατί ξημερώνει, τί νόημα ἔχει ἡ ζωή; Θά 'θελα μόνο νά ἔχω ἕναν ἄγγελο.

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Ὁ δάσκαλος

* Ἂν ἀκόμη δὲν ἔχεις κατακρυμνήσει τὸ ἐγώ σου, εἶναι γιατὶ τὸ θεωρεῖς πιὸ σημαντικὸ ἀπὸ τὸν ἐαυτό σου. Ποὺ σημαίνει ὅτι ἔχεις πολλὰ ἀκόμα νὰ δεῖς.

* Εἶναι κρίμα νὰ βλέπεις γύρω σου τόσους ἀνθρώπους ποὺ νοιώθεις πὼς ἔχουν τόσα πολλὰ καὶ ὄμορφα νὰ δόσουν, κι ὅμως ἀρνοῦνται πεισματικὰ νὰ ἀπελευθερωθοῦν ἀπὸ τὰ ἴδια δεσμά.

* Δὲν ὑπάρχει κανονικό. Δὲν ὑπάρχει σωστὸ. Ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ νοιώθω. Ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ εἶναι συνοχικό.

* Γιὰ τὰ πράγματα ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ σένα, μπορεῖς μόνο νὰ συμφιλιωθεῖς μαζί τους. Γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα, πράξε ὥστε νὰ τὰ φέρεις στὸ δρόμο ποὺ ἐπιθυμεῖς, ἀρκεῖ νὰ μὴν ἐνοχλήσεις κανέναν ἄλλον ἄνθρωπο.

* Ἡ βία εἶναι ἡ φυσικὴ συνέπεια τῆς ἀντίφασης. Ἡ εὐτυχία, εἶναι τὸ ἐπακόλουθο τῆς συνοχῆς.

* Ἂν κάτι τὸ νοιώθεις, εἴτε ὑπάρχει, εἴτε εἶναι προσωπικὴ προβολή. Πάντα, θὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ διαχωρίσουμε μὲ βεβαιότητα τὴν αἴσθηση αὐτογνωσίας ἀπὸ τὴν προσωπικὴ προβολή. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ μόνη πηγὴ πληροφορίας ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν κόσμο εἶναι τὰ πολὺ δικά μας μάτια. Ἕνα δέντρο ποὺ μπορεῖ νὰ ζεῖ μπροστά σου, δὲν ὑπάρχει μέχρι νὰ τὸ ἀντιληφθεῖς μὲ κάποια ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις σου.

* Κάθε τί ποὺ κάνεις, τὸ κάνεις γιατὶ ἐλπίζεις κάτι ἢ φοβᾶσαι τὸ ἀντίθετο. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι φτηνὲς δικαιολογίες.

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Πέτρινα χρόνια

Εἶμαι ἕνα σπίτι εγκαταλελειμμένο ποὺ καταρρέει ἀθόρυβα παραδίδοντας τὸ χῶρο του σὲ λουλούδια.

Ἐκτεθειμένος
Μόνος
Ἀδύναμος
Ἀσήμαντος
Λυπημένος

Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴ μία στιγμὴ στὴν ἐπόμενη, κοστίζει πόνο.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Αφρόγαλα

Αυτή τη στιγμή είμαι μόνος. Και το αίσθημα της μοναξιάς ειναι κάτι που εντείνεται όταν ο χρόνος προτείνει την ευτυχία· κάτι που οξύνει δηλαδή την αντίφαση.

Έχω πληγές όπως όταν περπατάς και πέφτεις σε γωνίες και αιχμηρά αντικείμενα. Χτύπημα και άνοιγμα, πληγή και έκθεση.

Αυτή τη στιγμή φοβάμαι ότι θα πληγωθώ.
Φοβάμαι τη μοναξιά
Φοβάμαι την απόρριψη

Αυτή τη στιγμή επιλέγω να ειμαι μόνος γιατί θέλω να δόσω ένα διάλειμμα στο οξύ. Μα τελικά συναντώ το χρόνιο. Τι να διαλέξω. Όπου κι αν πάω, πονάω.

Σου έχουν μιλήσει ποτέ για ψυχική οδύνη; Δύσκολο να το περιγράψω. Μα δε με νοιάζει. Όπως και να το περιγράψω, εσύ θα με καταλάβεις, έτσι δεν ειναι; Αφού το σενάριο λέει, ότι εσύ θα με καταλαβαίνεις, έτσι δεν ειναι; Αφού εσύ, δεν είσαι τίποτα περισσότερο από εγώ.

Κάπου μέσα μου, μένω μόνος μου, αναζητώντας ισχυρή εγγύηση της αγάπης σου. Ονειρεύομαι ότι θα έρθεις να με ψάξεις, για να μου επιβεβαιώσεις το ενδιαφέρον σου, να έρθεις γλυκά να μου κρατήσεις το χέρι, και να μου υποσχεθείς πως ειμαι τα πάντα για σένα. Ω, μα τι ειρωνία. Δεν ήρθε κανείς. Γιατί να έρθει;

Έτσι κι εγώ θα δόσω την αγάπη μου στα άψυχα μου τα αντικείμενα, που ξέρω ότι μου ανήκουν και δε θα με προδώσουν ποτέ. Τα άψυχα δεν προδίδουν. Όμως ούτε αγαπούν.

Θα ήθελα να πάω ένα ταξίδι. Ένα μακρύ ταξίδι. Προς το φως. Κι ίσως ήμαστε όλοι τότε, λίγο πιο ευτυχισμένοι. Εγώ κυρίως. Μα δεν έχω το θάρρος να φύγω.

Καληνύχτα

Προβάλλοντας ἕνα ὄνειρο στῆς μοναξιᾶς μου τὸ πανί, ζωγραφίζουν λουλούδια τὰ μάτια. Γιὰ τὴν καρδιά, οὔτε νὰ τὸ συζητᾶς· τί νὰ σοῦ λέω.. Ἂς ποῦμε ὅτι πονάει γλυκά.


Ἀπόψε θά ὀνειρευτῶ,
πὼς κάποιον ἀγαπῶ.
Κι ἴσως ἀνατρέψω μιά κοσμοθεωρία,
νὰ ξαναγράψω γιὰ τὴν εὐτυχία.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

Ἡ σπίθα

Καὶ μὲ μιὰ σπίθα, μονομιᾶς ὀνειρεύτηκα τὸ μέλλον μου.



Ποτὲ δὲ θὰ γνωρίζουμε τὴν κατάληξη ἑνὸς ὀνείρου· ἐκτὸς ἂν πραγματοποιηθεῖ ἢ πεθάνουμε.

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

Ἡ ζαλάδα

Σήμερα σηκώθηκα σχεδὸν πρὶν χαράξει ὁ ἥλιος τὴ μέρα. Ἔχοντας μιὰν αἰτία στὸ κεφάλι μου, δυστυχῶς καμμιὰν ἀφορμή, κοιμήθηκα ἐλάχιστες ὥρες. Καὶ ἤπια ἕναν καφέ, ποὺ μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἦταν πάλι γλυκός, καὶ εἶχε καὶ γάλα μέσα. Καὶ διάβασα μιὰ ἐφημερίδα, τοῦ κόσμου τ' ἀσήμαντα δηλαδή, μόνο καὶ μόνο ὅμως νὰ περάσει λίγο ἡ ὥρα. Νὰ φωτίσει, νὰ μὴν ἔχω ἀνάγκη αὐτὴ τὴ λάμπα τοῦ φθορισμοῦ πάνω ἀπὸ τὰ δαχτυλά μου. Σήμερα πάλι σὲ σκεφτόμουν, πάλι. Καὶ ὅσο σὲ σκεφτόμουν, σὰ νὰ φτερουγίσανε δέκα χρόνια ἀπὸ τὸ μυαλό μου, κι ἔγινα ἔφηβος, καὶ πιὸ μικρόσωμος, κι ἀδύνατος. Κι ὅπως ὅλα τὰ παιδιὰ, εἶχα, ἀπὸ κεῖνη τὴν ὥρα μιὰν ἀνάγκη γιὰ μιὰ μεγάλη ἀγκαλιά νὰ χαθῶ γιὰ ὅλη τὴ μέρα. Καὶ δὲν ἤθελα τίποτα ἄλλο, οὔτε νὰ φάω, οὔτε νὰ κουνηθῶ, παρὰ νὰ μείνω ἀκίνητος μαζί σου.

Κοίταξα γιὰ λίγο ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο. Θολὸς καιρός, ἀέρας δυνατός, νοτιὰς τρελλός· σκέφτηκα νὰ ἔπαιρνα τὸ ποδήλατό μου, ποὺ τόσο ἀγαπῶ –καὶ ἴσως κι ἐσὺ νὰ τὸ ἀγαπᾶς λίγο, νὰ πᾶμε μιὰ βόλτα, μπορεῖ καὶ μέχρι τὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας, σ' αὐτοὺς τοὺς δρόμους ποὺ κόβουν διαγώνια. Καὶ λίγο ἀνηφορικά. Μὰ ἡ θέα μοῦ ἄφηνε τὴν αἴσθηση πὼς εἶναι ἐπικύνδυνο νὰ βγαίνει ἕνα ἀγόρι στὸ δρόμο μὲ τέτοιο καιρό, καὶ χωρὶς ἀσφαλῆ προορισμό. Κι εἶχα κι ἐκείνη τὴ ζαλάδα ἄλλωστε· ποῦ νὰ τρέχεις;

Ἔτσι ἔμεινα σπίτι ποὺ λές. Κι ἔκανα ἕναν ἀκόμα καφέ. Πιὸ γλυκὸ καὶ μὲ πιὸ πολὺ γάλα, μήπως καὶ πάρω λίγο ἀπὸ τὸ γλυκὸ ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦσα ἐκείνες τὶς στιγμὲς. Καὶ ἡ μέρα συνεχίστηκε μὲ τὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων μου: ἔριξα κι ἐγὼ ἕναν σταυρό, μὰ δὲ βούτηξε κάποιος νὰ μοὺ τὸν φέρει πίσω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι. Ἤτανε περίεργα τὰ νερά. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ σηκώσει τόση μοναξιὰ στὰ χέρια, σὰ νὰ φόβιζε ἡ φωτισή της. Κι ἔτσι, ἀφοῦ κανεὶς δὲ βρέθηκε, ἄφησα τὸ σταυρὸ ἐκεῖ, πότε νὰ ἐπιπλέει καὶ πότε να βουλιάζει στοὺς οὐρανοὺς τῶν βυθῶν. Καὶ συνέχισα.

Καὶ μετὰ ἄκουσα μουσική. Δηλαδὴ πάλι ἐσένα. Καὶ πᾶμε πάλι ἀπ' τὴν ἀρχή...

Ἡ χρονιὰ τοῦ δέλτα

ἱκετεύοντας μερίδιο ἀπὸ τὴν εὐτυχία

Τὸν ἄνθρωπο ἔχεις ἀνάγκη, γιὰ νὰ μὴ νοιώθεις μόνος. Καὶ καμιὰ φορὰ γυρνᾶς μέσα στὸ πλῆθος γιὰ νὰ βρεῖς αὐτόν, ποὺ ὅταν τὸν πιστέψεις, θὰ βλέπεις τὴν αγάπη σου στο πρόσωπό του. Ἔτσι κι ἐγὼ σὲ βρῆκα τυχαῖα. Μὰ θὰ ἦταν ὅλα ἕνα κλὶκ πιὸ ὄμορφα ἂν λίγο μὲ εἶχες βρεῖ κι ἐσύ. Ἂχ καὶ νά 'ξερες. Νὰ μποροῦσες μόνο νὰ δεῖς αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι γιὰ σένα. Ἥλιος στὰ μάτια μου και λάμπει ὅταν σὲ βλέπω. Ποιό θεὸ νὰ παρακαλέσω, νὰ μοῦ κάνει μιά χάρη, νὰ μοὺ κάνει ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ νοιώθω; Ἂχ καὶ νά 'ξερες. Ἦταν ἡ εὐχὴ καθὼς ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ τὶς τελευταῖες ὥρες τοὺ χρόνου ποὺ μᾶς ἄφησε –ἔτσι στὰ σκοτεινὰ, ὅπως ἦρθε.
Ἂν κάτι τό πιστεύεις πολύ, πόσο πιὸ εὔκολα μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις ἀλήθεια; Καὶ πόσο μπορεῖ νὰ συμβοῦν πράγματα ποὺ φαίνεται νὰ μὴν ἐξαρτῶνται ἀπὸ 'σένα;
Αύτὸ ἤθελα νὰ σοῦ πω, μὰ φοβᾶμαι. Φοβᾶμαι μὴ μοῦ τρομάξεις καὶ σὲ χάσω. Δὲ θέλω νὰ σε χάσω. Δὲν πειράζει, δέ θα σοῦ πῶ τίποτα. Θὰ τὰ πῶ ὅλα ἐδῶ, καὶ σιωπηλά μέσα μου, θὰ προφέρω τ' ὅνομά σου. Νὰ μποροῦσαν οἱ ψυχὲς νὰ ποῦν ὅσα τὰ στόματα σιωποῦν, κι ὅσα οἱ καρδιὲς ἐλπίζουν. Τελικά, συνήθων ἀνθρώπων, συνήθη συναισθήματα, ποὺ τὰ κάνει ἥρωες μιὰ γενναία ἐπιθυμία. Αὐτὰ γιὰ ἀπόψε καὶ θὰ λιώσω. Ἂχ καὶ νά 'ξερες.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

To πόρτο

Απόσπασμα από κουβέντα με τον καλό μου γείτονα

Ήθελα να πάρω χτες από το σούπερ μάρκετ κι ένα κρασί.
Μα δε βρήκα πόρτο.
Και μάλλον έψαχνα μια δικαιολογία να μην πάρω.
Όμως ήθελα να το αγοράσω,
γιατί φοβόμουν πώς θα με βρει ο καινούριος χρόνος.
Και ήθελα να έχω κάτι να πιω αν τα πράγματα ήταν περίεργα.
Αλλά τελικά ήρθε ο μορφέας
και μού κανε τη χάρη
και ξύπνησα ένα χρόνο μετά
κι ένας χρόνος έγινε ιστορία
παραμύθια για τα παιδιά τα μεγάλα δηλαδή
που τα γεμίζεις χρώματα
κι είσαι εκεί κι ειναι εκεί
κι ειναι όλα τόσο γαλήνια κι αθώα
Είναι τα χρώματα που δεν πληγώνουν
που ρωτάνε πριν βάψουν κόκκινο και κίτρινο και πράσινο.