Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

Η ύβρις της Περσεφόνης

8 σπόρους ροδιού δοκίμασα, τόσους μήνες θα γίνομαι χειμώνας, και στον ένατο θ' ανθίζω. Εδώ και χρόνια τώρα, έλεγα στον Άδη, και άλλη επιλογή δεν άφηνα. Είναι ο μύθος μου, σχεδόν βέβαιος, σχεδόν τραγικός. Κοίτα να δεις πράγματα, και πιστεύω πως όλα είναι στο μυαλό μου, δε μου αρέσει όταν χιονίζει, γιατί είναι σαν κρύο, αλλά πολύ πιο έντονο.
Δε μπορώ να καταλάβω κυρίως τις μικρές ώρες, δυσκολεύομαι και λιώνω, γιατί, γιατί, δε μπορώ να καταλάβω.
Και φαντασιώθηκα πάλι πολύ όμορφα πράγματα, σχεδόν το νοιώθω σαν αμαρτία να σκέφτομαι τόσο όμορφα πράγματα. Και δεν τόλμησε ποτέ κανείς θεός να μου χρεώσει την ύβρη αυτή.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Autumn leaves

Μια μπύρα και μια κοκα-κολα ψάχνουν ένα παγκάκι με θέα να αράξουν, και δροσερές σταγόνες αισιοδοξίας μαζεύονται γύρω τους.
Άντε και κανένα κουνούπι που και που, έτσι για να έχουμε κάτι να μας τσιγκλάει το δέρμα, κυριολεκτικά. Και ελπίζω τη σκέψη, μεταφορικά. Όχι βέβαια τα κουνούπια.

Εντάξει, θετική· πάντα θετική.
Ότι θες εσύ. Δε με νοιάζει. Αλήθεια.
Φόκους σε κάτι όμορφο.

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Afterhours

Η μοναξιά πάντα κάθεται στη μέση, συνήθως σε γεμάτους καναπέδες. Κάπου μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, ζητείται μέλλον. Κυρίως ελπίδα. Κι αν μιλάς για την ευτυχία κι αν τη σκέφτεσαι, μάλλον απέχεις από αυτήν. Αν στεναχωριέμαι για κάτι, είναι που θα μου λείψει κυρίως εκείνο το καλοκαιρινό αεράκι που με έκανε να έχω τόσο διαφορετική οπτική. Αλήθεια κρίμα. Τι μένει; Νοσταλγικές αναμνήσεις, μισή ντουζίνα προσωπικές εργασίες, ενδεχομένως ένα δίπλωμα οδήγησης. Προσωπικά αντικείμενα δηλαδή, έτσι να σου βρίσκονται στο ράφι. Νοιώθω πολλά, και δε με νοιάζει, καθόλου δε με νοιάζει. Νοιώθω πολλά και δεν το λέω, κουβέντα δε λέω. Η βραδιά απόψε είναι για την πάρτη μου, αποκλειστικά.

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Ταξίδι στο όνειρο

Ήτανε μια φορά –μάτια μου,
ένα όνειρο.
Που έψαχνε άνθρωπο
να το κάνει πραγματικότητα.

Αν μπορούσες να δεις τι υπάρχει σε τούτην εδώ τη γαλήνη.

Μια σκέψη ματώνει σαν την ακουμπάς με ροδοπέταλα.

Κι ένα μικρό πλοιάριο, σε μια θάλασσα λάδι, που χαζεύει ψηλά, κόβει τη νύχτα, με μια σειρά φώτα, και απάνω όμορφα πρόσωπα γελούν· σιωπηλά τραγουδούν. Κάπου μεταξύ γης και ουρανού, κάποιος θέλησε να γράψει για την ευτυχία.

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Το ποτήρι που δακρύζει

Αγαπημένη μου σκέψη, απόψε με εσένα μιλάω, με εσένα κουβεντιάζω και πάντα μου απαντάς και μ' αγαπάς και με προδίδεις, πάντα, με τον πιο γλυκό τρόπο. Κι εσύ που ενδιαφέρεσαι για το καλό μου, απόψε, στοργικά με φιλάς στο μέτωπο, σαν τον Ιούδα, και μου υπόσχεσαι ομορφιές, κι ένα νανούρισμα σαν από κλάμα λατέρνας γραμμένο από κάποιο Μάνο που βρέχει γαρύφαλλα. Και συγνώμη μου ζητάς, μακάρι να μπορούσα να σε κάνω λίγο πιο ευτυχισμένο. Τίποτα το καινούριο. Εκτός ίσως από ένα ποτήρι κρύο νερό, στα αριστερά μου, σχεδόν γεμάτο, που σταγόνα σταγόνα το γεμίζω ίσα με το χείλος του, και ζητάω να το φιλήσω, μήπως ξεδιψάσω μια μοναξιά. Μα αυτό ψυχρό όπως πάντα, αδιαφορεί, και με κάνει και δακρύζω εγώ για αυτό. Δε διανοούμαι καν να το αγγίξω. Μα εγώ ελπίζω, ότι οι συννεφιές του σεπτέμβρη, ίσως λειάνουν με μερικές σταγόνες την επιφάνειά του. Επιφάνεια. Και σχεδόν παρακλητικά ζητάω, μη με πληγώνεις άλλο, δεν αντέχω σου λέω, ραγίζω για χάρη σου, δεν το βλέπεις;

Είναι λοιπόν, η σιωπή της νύχτας που σπάει ελπίδες και χαιρέκακα τρίζει φόβους, σαν πόρτες ξεχασμένες στην ιστορία μια ζωής. Ενός ανθρώπου που γίνεται άθελά του, ήρωας με πράξεις μηδαμινές και εραστής του τίποτα για χάρη μιας ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Ενός ανθρώπου που του λείπει λίγη ομορφιά και πολλή τρυφερότητα. Που επιλέγει από ανάγκη να γίνει τραγικός σαν πιερότος και εύθραυστος σαν τραπουλόχαρτο.