Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Ο τοίχος

Και θα πάρω μια παπαρούνα. Μία μεγάλη βαριά κατακκόκινη παπαρούνα. Και θα κοιτάξω τον τοίχο. Τα επιμελώς τοποθετημένα τουβλάκια, το τσιμέντο ανάμεσά τους, το ξεθωριασμένο ροζ χρώμα τους. Και θα τα κοιτάξω δυνατά. Με όλη μου τη δύναμη. Και πολύ όμορφα και γλυκά, με βλέμμα σαν του τρελλού, θα τους πω οτι δεν ειναι εδώ η θέση τους. Τότε θα πετάξω πάνω στον τοίχο την παπαρούνα μου, που ζυγιζει λίγα γραμμάρια· μα το υπόσχομαι, θα πέσει πάνω του σαν τεράστια σιδερένια σφαίρα. Και μονομιάς ο τοίχος θα γινει χιλιάδες σπασμένα κομματάκια και θα κατακρυμνηστει χάμω. Το φως, θα περάσει μέσα και θα αγγίξει τα χέρια μου και τα ξεθωριασμένα μου δάχτυλα που δεν είχαν ποτέ πράξει κάτι τόσο γενναίο.
Εγώ χαιρέκακα, θα κοιτάξω ειρωνικά τα ανήμπορα και ετοιμοθάνατα πια τούβλα και θα ανέβω πάνω τους να ατενίζω το ηλιοβασίλεμα, νικητής.

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Απλά πράματα

Έρχεται;

Με μία λέξη, γιατι οι πολλές δεν ειναι..
Αλλού.

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Κάποιος γιορτάζει

Σα νά 'ταν όνειρο, απόψε –δεν έχω τι να πω, ένα πράμα, σα να χουμε γιορτή. Μέσα στην καρδιά του φθινοπώρου, κάποιος σκέφτεται ευχές, τίποτα το ειδικό, κι όμως ειναι μια βουτιά σε ένα σωρό συμβολισμούς που λένε κάτι για να ζήσεις χίλια χρόνια, και υγεία και λοιπά μα κυρίως ευτυχία.

Σα νά 'ταν όνειρο, αιώνες –έτσι φαινόταν, γέλια χαρές με κοιμήσαν, κι όλο ρώταγα ποιός γιορτάζει, μα πού να ευχηθώ και πώς. Τ' όνομά του, το συλλάβιζα κι έλεγα μάτια μου, και φανταζόμουν ιστορίες που γιόρταζε όλη η γη.

Κάποιος γιορτάζει που να ξέρω, που να θυμάμαι, τι να πω.
Κάποιος γιορτάζει κι ησυχάζει
Κάποιος γιορτάζει μα το βρήκα.