Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Ὁ δάσκαλος

* Ἂν ἀκόμη δὲν ἔχεις κατακρυμνήσει τὸ ἐγώ σου, εἶναι γιατὶ τὸ θεωρεῖς πιὸ σημαντικὸ ἀπὸ τὸν ἐαυτό σου. Ποὺ σημαίνει ὅτι ἔχεις πολλὰ ἀκόμα νὰ δεῖς.

* Εἶναι κρίμα νὰ βλέπεις γύρω σου τόσους ἀνθρώπους ποὺ νοιώθεις πὼς ἔχουν τόσα πολλὰ καὶ ὄμορφα νὰ δόσουν, κι ὅμως ἀρνοῦνται πεισματικὰ νὰ ἀπελευθερωθοῦν ἀπὸ τὰ ἴδια δεσμά.

* Δὲν ὑπάρχει κανονικό. Δὲν ὑπάρχει σωστὸ. Ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ νοιώθω. Ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ εἶναι συνοχικό.

* Γιὰ τὰ πράγματα ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ σένα, μπορεῖς μόνο νὰ συμφιλιωθεῖς μαζί τους. Γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα, πράξε ὥστε νὰ τὰ φέρεις στὸ δρόμο ποὺ ἐπιθυμεῖς, ἀρκεῖ νὰ μὴν ἐνοχλήσεις κανέναν ἄλλον ἄνθρωπο.

* Ἡ βία εἶναι ἡ φυσικὴ συνέπεια τῆς ἀντίφασης. Ἡ εὐτυχία, εἶναι τὸ ἐπακόλουθο τῆς συνοχῆς.

* Ἂν κάτι τὸ νοιώθεις, εἴτε ὑπάρχει, εἴτε εἶναι προσωπικὴ προβολή. Πάντα, θὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ διαχωρίσουμε μὲ βεβαιότητα τὴν αἴσθηση αὐτογνωσίας ἀπὸ τὴν προσωπικὴ προβολή. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ μόνη πηγὴ πληροφορίας ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν κόσμο εἶναι τὰ πολὺ δικά μας μάτια. Ἕνα δέντρο ποὺ μπορεῖ νὰ ζεῖ μπροστά σου, δὲν ὑπάρχει μέχρι νὰ τὸ ἀντιληφθεῖς μὲ κάποια ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις σου.

* Κάθε τί ποὺ κάνεις, τὸ κάνεις γιατὶ ἐλπίζεις κάτι ἢ φοβᾶσαι τὸ ἀντίθετο. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι φτηνὲς δικαιολογίες.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Πέτρινα χρόνια

Εἶμαι ἕνα σπίτι εγκαταλελειμμένο ποὺ καταρρέει ἀθόρυβα παραδίδοντας τὸ χῶρο του σὲ λουλούδια.

Ἐκτεθειμένος
Μόνος
Ἀδύναμος
Ἀσήμαντος
Λυπημένος

Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴ μία στιγμὴ στὴν ἐπόμενη, κοστίζει πόνο.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Αφρόγαλα

Αυτή τη στιγμή είμαι μόνος. Και το αίσθημα της μοναξιάς ειναι κάτι που εντείνεται όταν ο χρόνος προτείνει την ευτυχία· κάτι που οξύνει δηλαδή την αντίφαση.

Έχω πληγές όπως όταν περπατάς και πέφτεις σε γωνίες και αιχμηρά αντικείμενα. Χτύπημα και άνοιγμα, πληγή και έκθεση.

Αυτή τη στιγμή φοβάμαι ότι θα πληγωθώ.
Φοβάμαι τη μοναξιά
Φοβάμαι την απόρριψη

Αυτή τη στιγμή επιλέγω να ειμαι μόνος γιατί θέλω να δόσω ένα διάλειμμα στο οξύ. Μα τελικά συναντώ το χρόνιο. Τι να διαλέξω. Όπου κι αν πάω, πονάω.

Σου έχουν μιλήσει ποτέ για ψυχική οδύνη; Δύσκολο να το περιγράψω. Μα δε με νοιάζει. Όπως και να το περιγράψω, εσύ θα με καταλάβεις, έτσι δεν ειναι; Αφού το σενάριο λέει, ότι εσύ θα με καταλαβαίνεις, έτσι δεν ειναι; Αφού εσύ, δεν είσαι τίποτα περισσότερο από εγώ.

Κάπου μέσα μου, μένω μόνος μου, αναζητώντας ισχυρή εγγύηση της αγάπης σου. Ονειρεύομαι ότι θα έρθεις να με ψάξεις, για να μου επιβεβαιώσεις το ενδιαφέρον σου, να έρθεις γλυκά να μου κρατήσεις το χέρι, και να μου υποσχεθείς πως ειμαι τα πάντα για σένα. Ω, μα τι ειρωνία. Δεν ήρθε κανείς. Γιατί να έρθει;

Έτσι κι εγώ θα δόσω την αγάπη μου στα άψυχα μου τα αντικείμενα, που ξέρω ότι μου ανήκουν και δε θα με προδώσουν ποτέ. Τα άψυχα δεν προδίδουν. Όμως ούτε αγαπούν.

Θα ήθελα να πάω ένα ταξίδι. Ένα μακρύ ταξίδι. Προς το φως. Κι ίσως ήμαστε όλοι τότε, λίγο πιο ευτυχισμένοι. Εγώ κυρίως. Μα δεν έχω το θάρρος να φύγω.

Καληνύχτα

Προβάλλοντας ἕνα ὄνειρο στῆς μοναξιᾶς μου τὸ πανί, ζωγραφίζουν λουλούδια τὰ μάτια. Γιὰ τὴν καρδιά, οὔτε νὰ τὸ συζητᾶς· τί νὰ σοῦ λέω.. Ἂς ποῦμε ὅτι πονάει γλυκά.


Ἀπόψε θά ὀνειρευτῶ,
πὼς κάποιον ἀγαπῶ.
Κι ἴσως ἀνατρέψω μιά κοσμοθεωρία,
νὰ ξαναγράψω γιὰ τὴν εὐτυχία.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Ἡ σπίθα

Καὶ μὲ μιὰ σπίθα, μονομιᾶς ὀνειρεύτηκα τὸ μέλλον μου.



Ποτὲ δὲ θὰ γνωρίζουμε τὴν κατάληξη ἑνὸς ὀνείρου· ἐκτὸς ἂν πραγματοποιηθεῖ ἢ πεθάνουμε.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Ἡ ζαλάδα

Σήμερα σηκώθηκα σχεδὸν πρὶν χαράξει ὁ ἥλιος τὴ μέρα. Ἔχοντας μιὰν αἰτία στὸ κεφάλι μου, δυστυχῶς καμμιὰν ἀφορμή, κοιμήθηκα ἐλάχιστες ὥρες. Καὶ ἤπια ἕναν καφέ, ποὺ μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἦταν πάλι γλυκός, καὶ εἶχε καὶ γάλα μέσα. Καὶ διάβασα μιὰ ἐφημερίδα, τοῦ κόσμου τ' ἀσήμαντα δηλαδή, μόνο καὶ μόνο ὅμως νὰ περάσει λίγο ἡ ὥρα. Νὰ φωτίσει, νὰ μὴν ἔχω ἀνάγκη αὐτὴ τὴ λάμπα τοῦ φθορισμοῦ πάνω ἀπὸ τὰ δαχτυλά μου. Σήμερα πάλι σὲ σκεφτόμουν, πάλι. Καὶ ὅσο σὲ σκεφτόμουν, σὰ νὰ φτερουγίσανε δέκα χρόνια ἀπὸ τὸ μυαλό μου, κι ἔγινα ἔφηβος, καὶ πιὸ μικρόσωμος, κι ἀδύνατος. Κι ὅπως ὅλα τὰ παιδιὰ, εἶχα, ἀπὸ κεῖνη τὴν ὥρα μιὰν ἀνάγκη γιὰ μιὰ μεγάλη ἀγκαλιά νὰ χαθῶ γιὰ ὅλη τὴ μέρα. Καὶ δὲν ἤθελα τίποτα ἄλλο, οὔτε νὰ φάω, οὔτε νὰ κουνηθῶ, παρὰ νὰ μείνω ἀκίνητος μαζί σου.

Κοίταξα γιὰ λίγο ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο. Θολὸς καιρός, ἀέρας δυνατός, νοτιὰς τρελλός· σκέφτηκα νὰ ἔπαιρνα τὸ ποδήλατό μου, ποὺ τόσο ἀγαπῶ –καὶ ἴσως κι ἐσὺ νὰ τὸ ἀγαπᾶς λίγο, νὰ πᾶμε μιὰ βόλτα, μπορεῖ καὶ μέχρι τὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας, σ' αὐτοὺς τοὺς δρόμους ποὺ κόβουν διαγώνια. Καὶ λίγο ἀνηφορικά. Μὰ ἡ θέα μοῦ ἄφηνε τὴν αἴσθηση πὼς εἶναι ἐπικύνδυνο νὰ βγαίνει ἕνα ἀγόρι στὸ δρόμο μὲ τέτοιο καιρό, καὶ χωρὶς ἀσφαλῆ προορισμό. Κι εἶχα κι ἐκείνη τὴ ζαλάδα ἄλλωστε· ποῦ νὰ τρέχεις;

Ἔτσι ἔμεινα σπίτι ποὺ λές. Κι ἔκανα ἕναν ἀκόμα καφέ. Πιὸ γλυκὸ καὶ μὲ πιὸ πολὺ γάλα, μήπως καὶ πάρω λίγο ἀπὸ τὸ γλυκὸ ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦσα ἐκείνες τὶς στιγμὲς. Καὶ ἡ μέρα συνεχίστηκε μὲ τὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων μου: ἔριξα κι ἐγὼ ἕναν σταυρό, μὰ δὲ βούτηξε κάποιος νὰ μοὺ τὸν φέρει πίσω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι. Ἤτανε περίεργα τὰ νερά. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ σηκώσει τόση μοναξιὰ στὰ χέρια, σὰ νὰ φόβιζε ἡ φωτισή της. Κι ἔτσι, ἀφοῦ κανεὶς δὲ βρέθηκε, ἄφησα τὸ σταυρὸ ἐκεῖ, πότε νὰ ἐπιπλέει καὶ πότε να βουλιάζει στοὺς οὐρανοὺς τῶν βυθῶν. Καὶ συνέχισα.

Καὶ μετὰ ἄκουσα μουσική. Δηλαδὴ πάλι ἐσένα. Καὶ πᾶμε πάλι ἀπ' τὴν ἀρχή...

Ἡ χρονιὰ τοῦ δέλτα

ἱκετεύοντας μερίδιο ἀπὸ τὴν εὐτυχία

Τὸν ἄνθρωπο ἔχεις ἀνάγκη, γιὰ νὰ μὴ νοιώθεις μόνος. Καὶ καμιὰ φορὰ γυρνᾶς μέσα στὸ πλῆθος γιὰ νὰ βρεῖς αὐτόν, ποὺ ὅταν τὸν πιστέψεις, θὰ βλέπεις τὴν αγάπη σου στο πρόσωπό του. Ἔτσι κι ἐγὼ σὲ βρῆκα τυχαῖα. Μὰ θὰ ἦταν ὅλα ἕνα κλὶκ πιὸ ὄμορφα ἂν λίγο μὲ εἶχες βρεῖ κι ἐσύ. Ἂχ καὶ νά 'ξερες. Νὰ μποροῦσες μόνο νὰ δεῖς αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι γιὰ σένα. Ἥλιος στὰ μάτια μου και λάμπει ὅταν σὲ βλέπω. Ποιό θεὸ νὰ παρακαλέσω, νὰ μοῦ κάνει μιά χάρη, νὰ μοὺ κάνει ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ νοιώθω; Ἂχ καὶ νά 'ξερες. Ἦταν ἡ εὐχὴ καθὼς ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ τὶς τελευταῖες ὥρες τοὺ χρόνου ποὺ μᾶς ἄφησε –ἔτσι στὰ σκοτεινὰ, ὅπως ἦρθε.
Ἂν κάτι τό πιστεύεις πολύ, πόσο πιὸ εὔκολα μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις ἀλήθεια; Καὶ πόσο μπορεῖ νὰ συμβοῦν πράγματα ποὺ φαίνεται νὰ μὴν ἐξαρτῶνται ἀπὸ 'σένα;
Αύτὸ ἤθελα νὰ σοῦ πω, μὰ φοβᾶμαι. Φοβᾶμαι μὴ μοῦ τρομάξεις καὶ σὲ χάσω. Δὲ θέλω νὰ σε χάσω. Δὲν πειράζει, δέ θα σοῦ πῶ τίποτα. Θὰ τὰ πῶ ὅλα ἐδῶ, καὶ σιωπηλά μέσα μου, θὰ προφέρω τ' ὅνομά σου. Νὰ μποροῦσαν οἱ ψυχὲς νὰ ποῦν ὅσα τὰ στόματα σιωποῦν, κι ὅσα οἱ καρδιὲς ἐλπίζουν. Τελικά, συνήθων ἀνθρώπων, συνήθη συναισθήματα, ποὺ τὰ κάνει ἥρωες μιὰ γενναία ἐπιθυμία. Αὐτὰ γιὰ ἀπόψε καὶ θὰ λιώσω. Ἂχ καὶ νά 'ξερες.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

To πόρτο

Απόσπασμα από κουβέντα με τον καλό μου γείτονα

Ήθελα να πάρω χτες από το σούπερ μάρκετ κι ένα κρασί.
Μα δε βρήκα πόρτο.
Και μάλλον έψαχνα μια δικαιολογία να μην πάρω.
Όμως ήθελα να το αγοράσω,
γιατί φοβόμουν πώς θα με βρει ο καινούριος χρόνος.
Και ήθελα να έχω κάτι να πιω αν τα πράγματα ήταν περίεργα.
Αλλά τελικά ήρθε ο μορφέας
και μού κανε τη χάρη
και ξύπνησα ένα χρόνο μετά
κι ένας χρόνος έγινε ιστορία
παραμύθια για τα παιδιά τα μεγάλα δηλαδή
που τα γεμίζεις χρώματα
κι είσαι εκεί κι ειναι εκεί
κι ειναι όλα τόσο γαλήνια κι αθώα
Είναι τα χρώματα που δεν πληγώνουν
που ρωτάνε πριν βάψουν κόκκινο και κίτρινο και πράσινο.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Ὁ χρόνος ΙΙΙ

Χρόνια σας πολλά.

Εὔχομαι νὰ σάς βρεῖ νεκροὺς ὁ καινούριος χρόνος.

Εὔχομαι δυστυχία.



Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Ἡ ἐλεγεία του π

Φαντάζομαι ὅλοι μας, ἔχουμε ἀκούσει γιὰ τὸ π. Τὸ π, εἶναι ἕνας πραγματικὸς ἀριθμός. Οἱ περισσότεροι θὰ ποῦν ὅτι εἶναι τὸ 3.14. Κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς, ξέρουν ὅτι τὸ 3.14 εἶναι ἁπλὰ μιὰ προσέγγιση ἑκατοστοῦ στὸ π. Ἀκόμα λίγότεροι γνωρίζουν ὅτι τὸ π δὲ μπορεῖ νὰ γραφεῖ ὡς κλάσμα. Ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἀνθρώπων γνωρίζει ὅτι τὸ π, εἶναι ὁ λόγος τῆς περιφέρειας τυχὸντος κύκλου, πρὸς τὴ διαμετρό του. Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικὰ μιὰ γεωμετρικὴ προσέγγιση τοῦ θέματος, ὅμως εἶναι ὁλόκληρο θεώρημα, καθὼς πρέπει νὰ ἀποδειχθοῦν τὰ ἐξῆς: Ὅτι ἡ περιφέρεια τοῦ κύκλου ἔχει μῆκος πεπερασμένο, καὶ δεύτερον, ὁ λόγος της πρὸς τὴ διάμετρο, παραμένει σταθερὸς. Τὸ δεύτερο εἶναι πιὸ εὔκολο. Κι ὅλα αὐτὰ ἰσχύουν βέβαια στὴν εὐκλείδεια γεωμετρία.

Ἐγὼ θὰ προτιμήσω τὴν ἀναλυτικὴ προσέγγιση τοῦ θέματος. Τὸ π, ὡς γνωστὸ σχετίζεται μὲ τὴν τριγωνομετρία. Ἄρα πρέπει νὰ ὁρίσουμε τὶς τριγωνομετρικὲς συναρτήσεις ποὺ σχετίζονται ἄμεσα μὲ ἀυτό: Τὸ ἡμίτονο (sinus, sin) καὶ τὸ συνημίτονο (cosinus, cos). Μὴν ξεχνάτε, ἠ γεωμετρία εἶναι ἀπέξω:



Οἱ παραπάνω σειρὲς, ποὺ εἶναι καὶ οἱ επίσημοι ὁρισμοὶ τῶν τριγωνομετρικῶν ἀριθμῶν, δείχνουμε ὅτι συγκλίνουν ὁμοιόμορφα στὰ συμπαγῆ διαστήματα τῶν πραγματικῶν ἀριθμῶν καὶ, εἶναι λείες συναρτήσεις, καὶ μὲ παραγώγιση ὅρο πρὸς ὅρο συμπαιρένουμε ὅτι (sin)'(x) = cos x, και (cos)'(x) = -sin x.

Με χρήση στοιχειώδους διαφορικοῦ λογισμοῦ δείχνουμε τὶς θεμελιώδεις τριγωνομετρικὲς ταυτότητες:





καὶ σημειώστε ὅτι οἱ τριγωνομετρικοὶ ἀριθμοὶ εἶναι ἀπολύτως μικρότεροι ἢ ἴσοι τῆς μονάδας.

Ἀκόμα, cos0 = 1, sin0 = 0 καὶ λόγω αὐτοῦ, sin x > 0 και cos x > 0.5 γιὰ μικροὺς θετικοὺς ἀριθμοὺς x.
Θὰ δείξουμε ὅτι τὸ συνημίτονο ἔχει θετικὴ ρίζα: Αν cos x > 0 για κάθε x > 0, τότε τὸ ἠμίτονο εἶναι γνησίως αὐξουσα συνάρτηση στὸ θετικὸ ἠμιάξονα, καὶ ἐφαρμόζοντας τὸ θεώρημα μέσης τιμῆς τοῦ διαφορικοῦ λογισμοῦ γιὰ τὸ συνημίτονο στὸ διάστημα [x,y], με 0 < x < y, θὰ πάρουμε ὅτι ὑπάρχει ξ μεταξὺ x και y ὥστε

2 ≥ cos x - cos y = sin ξ (y - x) > sin x (y - x)


ποὺ εἶναι ἄτοπο γιὰ μεγάλες τιμὲς τοῦ y. Ἄρα, λόγω συνέχειας, ὑπάρχει ἕνας ἐλάχιστος θετικὸς πραγματικὸς ἀριθμὸς π/2 ὥστε cos(π/2) = 0. Τὸ διπλάσιό του, ὁρίζεται νὰ εἶναι τὸ π.

Ἐπίσης εὔκολα προκύπτει, ὅτι sin(π/2) = 1, καὶ ἄρα cos π = -1, sin π = 0, cos 2π = cos 0, sin 2π = sin 0. Ἐφαρμόζοντας τὶς βασικὲς τριγωνομετρικὲς ταυτότητες παίρνουμε ὅτι οἱ τριγωνομετρικοὶ ἀριθμοὶ εἶναι περιοδικὲς συναρτήσεις μὲ ἐλάχιστη περίοδο 2π.

Πάντως ἀν ρωτήσεις ἐμένα, θὰ σοῦ πῶ, πὼς π εἶναι ἁπλὰ τὸ blog μου.

Ὁ χρόνος, ΙΙ

Κι ὅλος ὁ κόσμος ζοῦν χριστούγεννα, καὶ τρέχουν ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ τὰ λαμπάκια στὰ δέντρα τὰ πλαστικὰ καὶ τὰ μπαλκόνια τὰ τσιμεντένια, ὁρίζουν τὴν ἀλήθεια ποὺ θὰ θέλαμε, ἢ ποὺ μᾶς λείπει. Καὶ τὸ φεγγάρι –που ἁπλὰ δὲ μπορεῖς νὰ κάνεις χωρὶς αὐτό– ξαπλώνει στὴν ταράτσα τῆς ἀπέναντι πολυκατοικίας.

Κι ὅλος ὁ κόσμος ζοῦν χριστούγεννα, καὶ εἶναι σὲ κάποιο σπίτι. Ἐγὼ εἶμαι στὸ δικό μου σπίτι. Ὅλη μέρα σήμερα ἄκουγα μπαλάντες τοῦ '80, καὶ τὶς φόρτωνα ἕνα σωρὸ ἀναμνήσεις. Καὶ εἶμαι στὴ δική μου ἱστορία. Δέκα χρόνια περάσανε, καὶ πέσανε πάνω μου μ' ἕνα τηλέφωνο, ποὺ τὸ σήκωσα μέσα ἀπό τὸν ὕπνο μου. Κι ἄκουσα μιὰ φωνὴ που κάποτε μ' ἀγαποῦσε, θαρρῶ. Χάρηκα, μὰ ἡ αἴσθηση προστατευμένη ἐκατέρωθεν.

Καὶ πάλι μόνος· τραγικά μόνος, νὰ ἐλπίζεις καὶ να φοβᾶσαι. Κι ὅσο πιὸ μόνος αἰσθάνομαι, τόσο περισσότερο θέλω νὰ κλείνομαι στὸν ἐαυτό μου, γιατὶ τότε εἶναι ποὺ ἐκτίθενται οἱ εὐαίσθητες πτυχές μου. Καὶ αὐτὲς δὲ θέλω νὰ τὶς συναντοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιατὶ εἶναι αἰχμηροὶ καὶ τὶς πληγώνουν. Ξέρεις πόσες φορές σοῦ χαμογέλασα, καὶ μέσα μου ἔλιωνα στὸ κλάμμα γιατὶ δὲν ἤθελα νὰ σοῦ πω πόσο με πλήγωνες. Γιατὶ δὲν εἶχε νόημα. Γιατὶ φοβόμουν ὅτι θὰ μὲ ἀπορρίψεις.

Κι ὁ κόσμος εὔχονται χρόνια πολλὰ, νὰ ζήσεις. Οὐαὶ κι ἀλοίμονο. Καὶ λιώνεις μέσα σου κι ἔξω εἶσαι βράχος. Καὶ ἔπεσα πάνω σου, με ἕνα μήνυμα, ματάκια μου ὅμορφα. Κι ἔγινα χιλιάδες κομμάτια ὁ βράχος· ἄμμος τὰ θρύψαλα. Κι ὅμως πάλι γέλαγα. Καὶ ἡ αἴσθηση ἀπροστάτευτη, στὸ ἔλεος τοῦ γυαλιοῦ. Κι ἐσὺ ἂς δήλωνες μαλακὸς σὰν τὸ σφουγγάρι.
Καὶ τελειώνει ἡ ὥρα, κι ἀλλάζει ἡ μέρα. Κι ἀλλάζει ἡ μοναξιά, κι ἔρχεται ἡ ἀπόγνωση.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Ὁ χρόνος

Καὶ βέβαια δίνω πάντα ραντεβού μὲ τὸ βράδυ, στὸ σπίτι. Σήμερα ἔκανα ἀπόψυξη στὸ ψυγεῖο καὶ γύρισα καὶ μάζευα μιὰ λίμνη νερά, δάκρυα τοὺς λιωμένους πάγους, ποὺ ἔλεγα τὴν ἱστορία στοὺς τοίχους μου, και ἔπεφταν φύλλα οἱ μπογιὲς καθὼς ὑποκλίνονταν στὴ μοναξιὰ τὴ μεγαλοπρεπῆ. Τὴν ἀδυσώπητη ποὺ τρώει τὸν γιατρὸ τῶν πάντων, χρόνο. Καὶ ἀφήνεται ἡ ψυχὴ ἀσθενὴς καὶ ἡ θλίψη ἱσχυρή. Καὶ τὸ βράδυ μὲ ἀγκάλιαζε κι ἐρωτοτροποῦσε μαζί μου γιὰ νὰ μοῦ ὀξύνει τὶς ἐξαρτήσεις, καθὼς μοῦ θύμιζε τοὺς λαμπεροὺς ἀπόντες τῆς ζωῆς μου. Ποὺ πάντα πλαστογραφοῦσα μιὰ σκέψη, γιὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀπουσία. Μὰ ὁ ἀπὼν, θὰ μένει πάντα ἀπὼν, κι ἐσὺ θὲς νὰ ἀγαπήσεις τὸσο αὐτὸν ὅσο καὶ τὴν ἀπουσία του.

Ἡ σκέψη ἀναπαράγει τὸν ἐαυτό της μὲ τρόπο γκρίζο· μὲ τὴν ἴδια ἀγωνία ποὺ ἡ ἡχὼ ρωτάει ἂν εἶσαι ἑδῶ. Και ἐσὺ ἔχεις πάψει νὰ εἶσαι ἐδῶ, ἐδῶ καὶ καιρὸ. Θὰ σὲ ἀφήσω νὰ ζεῖς μέσα μου, γιατὶ μόνο αὐτὸ μπορῶ, γιατὶ μόνο αὐτὸ δὲν πονάει, ἢ ἔστω πονάει λιγότερο.

Σ' ἀγαπῶ, ἀλήθεια.
Σ' ἀγαπῶ καὶ δὲ σὲ θυμᾶμαι.
Σ' ἀγαπῶ καὶ δὲ σὲ ξέρω.
Σ' ἀγαπῶ καὶ φοβᾶμαι.

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

Τὸ περίπτερο

Ἀκόμα κι ἂν δὲ συνέβη τὸ ἀπροσδόκητο,
σ' εὐχαριστῶ γιὰ τὴ συγκίνηση.
Κι εἶναι νὰ μείνει μέσα μου,
ἐσὺ ποτέ νὰ μὴν τὸ μάθεις



Πᾶς μὲ πρόσχημα μιὰ καλησπέρα,
καὶ ἀφορμὴ δυὸ μῆλα στὸ χέρι
καὶ αἰτία ἕνα χαμόγελο
καὶ λὲς πὼς εἶδα φῶς καὶ πέρασα,
μὰ ἀλήθεια εἶδες φῶς
καὶ πέρασες νὰ μείνεις

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Ἕνα ἀστέρι πέφτει

Ἀπόψε θέλω νὰ κάνω μιὰ εὐχή, γιὰ κάτι ποὺ θέλω πολύ.
Γιατί πιστεύω σὲ αὐτό.
Ἀπόψε θέλω νὰ κάνω μιά εὐχή, καὶ νὰ βγεῖ ἀληθινή.
Γιατὶ θὰ εὐτυχίσω μ' αὐτό.
Ἔχω καιρό νὰ εὐχηθῶ, καὶ ὑπήρξα καλὸς καὶ ἀθώος.
Πέρασε ἡ χρονιὰ καὶ πέρασα πολλά.
Μπορῶ νὰ ἔχω μιὰν εὐχή;

Ἕνα χαμόγελο ποὺ εἶναι σὰ νὰ ἀνατέλλει ὁ ἥλιος στὸ πρόσωπο,
θέλω νὰ λάμπει γιὰ μένα, ἀλήθεια.
Μπορῶ νὰ ἐλπίσω σὲ αὐτό;

Δῶσε μου λίγο δικαίωμα νὰ ἐλπίσω,
καὶ θὰ κάνω τὰ πάντα.
Ὅπως πάντα.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Χαμογελάει

Ἀκριβῶς ὅπως οἱ νεκροὶ στὰ φέρετρα, ἁπλὰ γιὰ νὰ εἶναι ὄμορφος.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Spooked Spells

Spooked Spells


Ὅλη ἡ ζωὴ ἕνα video game ἂς ἤτανε!