Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Το μαγικό χέρι, IIΙ

Ποιός μίλησε για βροχή; Ποιός τη φοβάται τη βροχή; Δεν ξέρω αν το χεις ακούσει, μα υπάρχουν οι ομπρέλες.

Και ήρθε και του έπιασε το χέρι, τον χάιδεψε στοργικά στο μέτωπο, και άρχισε γλυκά να τον νανουρίζει λεγοντάς του πως τώρα πια δε θα ναι μονος ξανά, και οτι θα ειναι για πάντα δίπλα του. Πως τώρα δε χρειάζεται να φοβάται τίποτα. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο προσωπό του, και σιγά σιγά αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του. Και αυτή η εικόνα θα πάγωνε για να γινει η μεγαλύτερη φαντασίωσή του.

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Με τρεις λέξεις;

Ένας υπέροχος άνθρωπος.

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Το μαγικό χέρι, II

[...] Φοβάμαι πολύ να μιλήσω, φοβάμαι να ζητήσω την παραμικρή βοήθεια. Δε μπορώ άλλο, αυτή έχει τυλίξει τα χέρια της σχεδόν ερωτικά στο λαιμό μου και με πνίγει σιγά σιγά. Μα εγώ επιμένω να κοιτάζω πάντα ψηλά, για πόσο δεν ξέρω ακόμα.

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Το μαγικό χέρι

Φωνάζω πίσω απο έναν καθρέφτη μήπως έρθει κανεις, μα το μόνο που βλέπω ειναι η αντανάκλασή μου.

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Η πρώτη οκτώβρη.

Πράγματα σκόρπια, πράγματα δεξιά, πράγματα αριστερά, πράγματα που σκέφτομαι, πράγματα που ήθελα να κάνω. Βιβλία στο κομοδίνο, όπως λέμε ηρεμιστικά, γάλα στο γραφείο όπως λέμε αντικαταθλιπτικά, ποδήλατο κατά της ανασφάλειας, ρούχα άπλυτα που θέλανε πολλά, ένα πιάτο στο νεροχύτη. Αυτό το σπίτι σήμερα έχει συννεφιά και βροχερή ησυχία. Σίγουρα τα πολύ ζυγά δεν κυκλοφορούν την πρώτη του Οκτώβρη και ίσως και τις επόμενες μέρες δηλαδή. Υπάρχουν φορές που γράφω σημειώσεις ατελείωτες, μόνο και μόνο για να βρω μια αφορμή να έχω ένα λεύκωμα, σα μαθητής δημοτικού –κι ας είμαι δάσκαλος, μόνο και μόνο για έχω να γράψω κάπου για πράγματα όμορφα, χωρίς να φοβάμαι ποιος θα με πάρει χαμπάρι.

Κι αυτή εδώ η συσκευή που σ' έχει ερωτευτεί φωτίζεται σιωπηλά με δυο-τρεις προτάσεις, λίγο ξώφαλτσες όμως ταυτόχρονα τόσο, μα τόσο εύστοχες. Λοιπόν δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου τόση λιακάδα σε συσκευασία καθημερινότητας. Να ξέρεις, τα νοήματα ζουν στη δική τους τροχιά, πέρα από λέξεις και τυπικότητες. Αίσθηση συνεπούς αντίληψης ή προσωπική προβολή; Δεν ξέρω, κι ίσως δε μάθω άμεσα. Στο κάτω κάτω, δε με νοιάζει, εγώ πιστώνομαι μονάδες χαμόγελου και δανείζομαι λίγο από τη λιακάδα, που τόσο πολύ θέλει για να στεγνώσει αυτό το σπίτι.

Όπως μάθαμε άλλωστε στην πρώτη δημοτικού, που έγραφε ένα παραμύθι: Ύστερα μπήκε ο ήλιος και έδιωξε τη θερμάστρα, κάθησε στις καρέκλες και τις πολυθρόνες και έστρωσε χρυσά χαλάκια στα πατώματα.

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Η ύβρις της Περσεφόνης

8 σπόρους ροδιού δοκίμασα, τόσους μήνες θα γίνομαι χειμώνας, και στον ένατο θ' ανθίζω. Εδώ και χρόνια τώρα, έλεγα στον Άδη, και άλλη επιλογή δεν άφηνα. Είναι ο μύθος μου, σχεδόν βέβαιος, σχεδόν τραγικός. Κοίτα να δεις πράγματα, και πιστεύω πως όλα είναι στο μυαλό μου, δε μου αρέσει όταν χιονίζει, γιατί είναι σαν κρύο, αλλά πολύ πιο έντονο.
Δε μπορώ να καταλάβω κυρίως τις μικρές ώρες, δυσκολεύομαι και λιώνω, γιατί, γιατί, δε μπορώ να καταλάβω.
Και φαντασιώθηκα πάλι πολύ όμορφα πράγματα, σχεδόν το νοιώθω σαν αμαρτία να σκέφτομαι τόσο όμορφα πράγματα. Και δεν τόλμησε ποτέ κανείς θεός να μου χρεώσει την ύβρη αυτή.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Autumn leaves

Μια μπύρα και μια κοκα-κολα ψάχνουν ένα παγκάκι με θέα να αράξουν, και δροσερές σταγόνες αισιοδοξίας μαζεύονται γύρω τους.
Άντε και κανένα κουνούπι που και που, έτσι για να έχουμε κάτι να μας τσιγκλάει το δέρμα, κυριολεκτικά. Και ελπίζω τη σκέψη, μεταφορικά. Όχι βέβαια τα κουνούπια.

Εντάξει, θετική· πάντα θετική.
Ότι θες εσύ. Δε με νοιάζει. Αλήθεια.
Φόκους σε κάτι όμορφο.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Afterhours

Η μοναξιά πάντα κάθεται στη μέση, συνήθως σε γεμάτους καναπέδες. Κάπου μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, ζητείται μέλλον. Κυρίως ελπίδα. Κι αν μιλάς για την ευτυχία κι αν τη σκέφτεσαι, μάλλον απέχεις από αυτήν. Αν στεναχωριέμαι για κάτι, είναι που θα μου λείψει κυρίως εκείνο το καλοκαιρινό αεράκι που με έκανε να έχω τόσο διαφορετική οπτική. Αλήθεια κρίμα. Τι μένει; Νοσταλγικές αναμνήσεις, μισή ντουζίνα προσωπικές εργασίες, ενδεχομένως ένα δίπλωμα οδήγησης. Προσωπικά αντικείμενα δηλαδή, έτσι να σου βρίσκονται στο ράφι. Νοιώθω πολλά, και δε με νοιάζει, καθόλου δε με νοιάζει. Νοιώθω πολλά και δεν το λέω, κουβέντα δε λέω. Η βραδιά απόψε είναι για την πάρτη μου, αποκλειστικά.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Ταξίδι στο όνειρο

Ήτανε μια φορά –μάτια μου,
ένα όνειρο.
Που έψαχνε άνθρωπο
να το κάνει πραγματικότητα.

Αν μπορούσες να δεις τι υπάρχει σε τούτην εδώ τη γαλήνη.

Μια σκέψη ματώνει σαν την ακουμπάς με ροδοπέταλα.

Κι ένα μικρό πλοιάριο, σε μια θάλασσα λάδι, που χαζεύει ψηλά, κόβει τη νύχτα, με μια σειρά φώτα, και απάνω όμορφα πρόσωπα γελούν· σιωπηλά τραγουδούν. Κάπου μεταξύ γης και ουρανού, κάποιος θέλησε να γράψει για την ευτυχία.

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Το ποτήρι που δακρύζει

Αγαπημένη μου σκέψη, απόψε με εσένα μιλάω, με εσένα κουβεντιάζω και πάντα μου απαντάς και μ' αγαπάς και με προδίδεις, πάντα, με τον πιο γλυκό τρόπο. Κι εσύ που ενδιαφέρεσαι για το καλό μου, απόψε, στοργικά με φιλάς στο μέτωπο, σαν τον Ιούδα, και μου υπόσχεσαι ομορφιές, κι ένα νανούρισμα σαν από κλάμα λατέρνας γραμμένο από κάποιο Μάνο που βρέχει γαρύφαλλα. Και συγνώμη μου ζητάς, μακάρι να μπορούσα να σε κάνω λίγο πιο ευτυχισμένο. Τίποτα το καινούριο. Εκτός ίσως από ένα ποτήρι κρύο νερό, στα αριστερά μου, σχεδόν γεμάτο, που σταγόνα σταγόνα το γεμίζω ίσα με το χείλος του, και ζητάω να το φιλήσω, μήπως ξεδιψάσω μια μοναξιά. Μα αυτό ψυχρό όπως πάντα, αδιαφορεί, και με κάνει και δακρύζω εγώ για αυτό. Δε διανοούμαι καν να το αγγίξω. Μα εγώ ελπίζω, ότι οι συννεφιές του σεπτέμβρη, ίσως λειάνουν με μερικές σταγόνες την επιφάνειά του. Επιφάνεια. Και σχεδόν παρακλητικά ζητάω, μη με πληγώνεις άλλο, δεν αντέχω σου λέω, ραγίζω για χάρη σου, δεν το βλέπεις;

Είναι λοιπόν, η σιωπή της νύχτας που σπάει ελπίδες και χαιρέκακα τρίζει φόβους, σαν πόρτες ξεχασμένες στην ιστορία μια ζωής. Ενός ανθρώπου που γίνεται άθελά του, ήρωας με πράξεις μηδαμινές και εραστής του τίποτα για χάρη μιας ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Ενός ανθρώπου που του λείπει λίγη ομορφιά και πολλή τρυφερότητα. Που επιλέγει από ανάγκη να γίνει τραγικός σαν πιερότος και εύθραυστος σαν τραπουλόχαρτο.

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Εφτά χιλιόμετρα γραφίτη

Και κλείνω τα μάτια, να προβάλλω λίγο ένα παραμύθι που ελπίζω να ανέβει στο πανί.

Αυτή τη φορά θέλω να το ζωγραφίσω. Δεν ήθελα ούτε να μιλήσω γιαυτό, ούτε να γράψω. Βασικά δοκίμασα να πάρω στα χέρια το μολύβι μου, και σε μια κόλλα άλφα τέσσερα, σαν κι αυτές που γράφω σημειώσεις για τους μαθητές μου, προσπάθησα να τραβήξω μερικές γραμμές. Για αρχή, προσπάθησα κάτι εύκολο· δεν είναι δύσκολο πράμα να ζωγραφίσεις δέκα ξύλα –τα μισά από αυτά κόκκινα– και δυο φιγούρες. Νομίζω αυτό που σχεδίασα, δε μοιάζει καθόλου με αυτό που είχα στο μυαλό μου. Και φαντάζομαι οι περισσότεροι θα συμφωνούσαν αν ποτέ το έβλεπαν. Αναμφισβήτητα. Δεν έχω ταλέντο. Μα ελάχιστα σκάω γιαυτό. Έχω να πω, ότι βρίσκομαι μπροστά σε μια πολύ γλυκιά προσπάθεια αυτού του μπλε μηχανικού μολυβιού, που μετράει σχεδόν δυο χρόνια ζωής σε συρτάρια και κασετίνες.

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

Σχεδόν δευτέρα

Δυο μυρμήγκια πάνω σε ένα ψηλό φύλλο στο γρασίδι λένε για τον κόσμο. Δυο μπουκάλια μπύρας ζεσταίνονται σε ένα ντουλάπι, κατακαλόκαιρο. Το φεγγάρι, που ντρέπεται να το χαζεύουν, κατακόκκινο, λιποθυμάει λίγο πιο δεξιά από την ακρόπολη. Ο χρόνος σιγά σιγά κυλάει καθαρίζοντας τη βεράντα. Κι εγώ απλά ονειρεύομαι καθισμένος σε ένα τραπεζάκι από μπαμπού που έβγαλα από την αποθήκη.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Οι νόρμες κι άλλες ιστορίες

Ο λόγος για το ασήμαντο κυρίως. Το ξέρεις ότι φοβάμαι να θέλω, και σιωπηλά ζητάω μια μικρή ενθάρρυνση. Δεν ξέρω, δεν ξέρω αλήθεια αν πρέπει να τιμήσω την ανάγκη μου να βρίσκεσαι ουσιαστικά στον κόσμο μου, δεν ξέρω αν πρέπει να την προσωποποιήσω ή να την κρατήσω ως εσωτερική εξάρτηση, ως ανάμνηση ευτυχίας, ενός ανθρώπου που αποτοξινώνεται· ούτε κι αυτός δεν ξέρει από τί. Έξω είναι κρύο, ο κόσμος λένε για ζέστη – αηδίες, αφού τους βλέπω, όλοι φοράνε τα πιο βαριά παλτά τους, γιατί;

Ο λόγος για μια αγκαλιά μονάχα. Αν όλα αυτά θα μπορούσαν να τρομάξουν τους ανθρώπους, τότε καλά κάνουν, κι εσείς ας φύγετε από 'δω. Έχω να πω, τόσο ασυνείδητα πως δε σας έχω ανάγκη καμμιά.

Εγώ θα βάλω ένα ζευγάρι γάντια κι ακόμη μια φορά θα υπεκφύγω με το συνήθη τρόπο, ζωγραφίζοντας την ομορφιά στο δικό μου το κάλυμμα. Σκεπάζω τις ενοχές για την αδυναμία μου την ουσιώδη. Δεν υπάρχει νόημα. Το νόημα είναι αυτό που αισθάνεσαι καθώς τα μάτια σου διαβάζουν τις θεατρικές μου λέξεις που σε ταξιδεύουν από γραμμή σε γραμμή, κάνοντας στάσεις σε τελείες κι άλλα σημεία θλίψης, χαράς και άλλων πολλών πραγμάτων.

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Ο σκώρος

Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δε θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων. Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά…

Σκέψεις όπως κόκκοι καφέ, πάντα διαλύονται αρωματικά στο μυαλό μου. Τη ζαχαρίνη δε θα τη λογαριάσω. Τολμώ να χαμογελάω κοιτάζοντας την τεράστια κούπα, αλλά σκέφτομαι να κρατήσω το χαμόγελό μου στα όρια αυτού του ποτηριού, μη μας πάρει μάτι κανείς. Όρια προσωπικά, που ίσως και να μπερδεύουν το δεύτερο πρόσωπο, ενδεχομένως και ιδανικά δηλαδή. Μπορεί κι εξιδανικευμένα. Οι προοπτικές βρίσκονται στον πληθυντικό συχνά. Όπως ο πληθυντικός των σπασμένων στα δάχτυλα, ξηρών καρπών που περίμεναν μια ακόμα μπύρα ή κάτι τέτοιο. Μονοπωλώντας έναν καναπέ, μια προσδοκία και το σημαντικό, αστέρια έπεφταν αραιά και πού, σαν καταιγίδα όμως, στο ίχνος κάποιων συνειρμών για ευχές. Κι όλα όμορφα πάλι, όπου κι αν είσαι. Θέλω οι άνθρωποι να ακολουθήσουν κι αυτοί τις δικές τους πορείες, κι ελπίζω ότι κάπου σ' αυτές μπορεί να υπάρχω κι εγώ. Τόσο φυσικά. Φυσικά θέλω πολλά να πω, αλλά φοβάμαι ότι θα γίνω πληθωρικός και θα χάσω κάτι από τη γοητεία μου στα μάτια μου.

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Άγνωστο

― Στα μάτια σου κοιτώντας, θα δω αυτό που θά 'θελα να γίνω.
― Οι άνθρωποι γύρω μου συνηθίζουν να ναι όμορφοι και χαίρομαι να τους χαζεύω. Μα δεν τους το λέω· μη σκοτώσω την ομορφιά.
― Αυτό που θες να αναγνωρίζεις για προφανές, ίσως όμως είναι μια θαυμάσια ψευδαίσθηση. Μπορείς να πας λίγο παραπέρα;
― Φυσικά.
― Θα νυστάξω αφού δω την ανατολή που σου υποσχέθηκα, μα κάνε μου μια χάρη. Άσε με να κοιμηθώ μετά στην αγκαλιά σου.

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

Μικρές ώρες

Μια κουταλιά συνειρμοί που επιπλέουν στον αφρό είναι οτι μένει στις έξι το πρωί. Η ανάγκη σε ρόλο βρεφοκομείου συναισθημάτων, και ένα γιατί στο δρόμο για μερικές πλάγιες δηλώσεις. Ώρες ώρες, σκέφτομαι να απενοχοποιήσω οριστικά την ανασφάλειά μου, να πάει στο διάολο. Ώρες ώρες σε σκέφτομαι. Κάτι ελπίζεις, κάτι φοβάσαι, κλασικά δηλαδή όπως πάντα. Ώρες ώρες θέλω να μη σκέφτομαι. Κι αν η ελπίδα δε σου βγει; Κι αν σου πηδήξει τον ψυχισμό; Αηδίες. Στο κάτω κάτω, εσύ παραμένεις ακέραιος, όπως και πριν. Όλα είναι σα μια παράσταση που αποφασίζουμε να παίξουμε στο μυαλό μας. Φυσικά, η διανομή των ρόλων είναι αυστηρά στη δική μας διακριτική ευχέρεια.
Πολλά δεν τα καταλαβαίνω, άλλα τόσα δεν τα δέχομαι· μα αν τα δεχτώ τελικά, θα είναι όλα ένα κλικ πιο όμορφα. Μα θέλω να ξέρεις ότι έκανα τη δική μου προσπάθεια να τα αλλάξω. Και θέλω να ξέρεις, πως υπήρξα περήφανος γιαυτό. Κι αν τα κατάφερνα, ίσως και να ήμουν ένα βήμα πιο κοντά.
Πάω να πέσω και θα ονειρευτώ ένα σωρό πράγματα.