Κι ἐκεῖ ποὺ κάποτε στὸ πορτοφόλι μου, μὲ ταξίδευε ἡ φωτογραφία σου, τώρα κατοικοῦν μερικὰ εἰσιτήρια, για μικρὲς καθημερινὲς διαδρομὲς μέσα στὴν πόλη.
Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009
Ἡ ὥρα
Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009
Οἱ ἀσφόδελοι τῆς Παρασκευῆς
Ἀπόψε θά 'θελα πολλά
Βασικά νά 'μουν καλά.
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009
Τὰ πλυμμένα
Βγάζοντας στὴ φόρα μιὰ ζωή, I.
Ἤθελα κάπου νὰ τὰ πῶ νὰ ξεσκάσω.
Ἡ στατιστικὴ
Σήμερα σκεφτόμουν ὅλους ἐκείνους μὲ τοὺς ὀποίους ἔχω ἔρθει σε στενότερες σεξουαλικές ἐπαφές. Μετράμε δέκα ἄτομα – ὁ δέκατος τὸ Μάρτη. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δέκα, ὁλοκλήρωσα μὲ ἀκριβὼς τρεῖς. Μὲ ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς ὑπήρξα ἐνεργοπαθητικὸς καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἐνεργητικός.
Ἀπὸ τοὺς δέκα αὐτοὺς ἀνθρπώπους, ἐρωτεύτηκα τρεῖς, ποὺ ὑπήρξαν καὶ οἱ μοναδικοὶ μου ἔρωτες. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς ποὺ ἐρωτεύτηκα, δὲν ὁλοκλήρωσα ποτὲ μὲ τὸν ἕναν, καὶ αὐτὸς δὲν ἔμαθε ποτὲ ὅτι ὑπήρξα κι οὐσιαστικὰ ἐρωτευμένος μαζί του. Μὲ τοὺς ἄλλους δύο ποὺ ἀγάπησα, ἔκανα τις δύο μοναδικὲς σχέσεις τῆς ζωῆς μου, ποὺ μετρήσανε πέντε χρόνια και πέντε μήνες, αντίστοιχα. Τώρα δὲν ἔχω καμία ἐπαφὴ μὲ κανέναν ἀπὸ αὐτοὺς. Ὅμως ὅλοι ἔχουν μιὰ ἰδιαίτερη θέση στὴν καρδιά μου.
Θέλω να σημειώσω ὡστόσο, ὅτι αἰσθάνομαι ἢ ἐλπίζω, πως μὲ τὸν ἕναν ἀπὸ αυτοὺς κάποτε θὰ εἴμαστε μαζί.
Ὁ μέσος ὅρος ἡλικίας τους ἦταν 2.6 ἔτη μεγαλύτεροί μου με τυπικὴ ἀπόκλιση 2.3 ἔτη. Τὸ μέσο ὕψος τους εἶναι 178cm μὲ τυπικὴ ἀπόκλιση 5cm – πέντε ἐκατοστὰ πιὸ ψηλοὶ ἀπὸ ἐμένα. Ὁ δείκτης μάζας σώματος αὐτῶν εἶναι 22.0 μὲ τυπικὴ ἀπόκλιση 1.8· σὲ γενικὲς γραμμὲς παιδιὰ μὲ γυμνασμένο σῶμα. Μὲ ἐξαίρεση ἕναν, ὅλοι ἀνοιχτόχρωμοι ἢ ξανθοὶ· κανεὶς φαλακρός.
Τό σεξ
Ἔχω νὰ κάνω σὲξ ἀρκετοὺς –πολλοὺς– μῆνες. Τὸ σὲξ εἶναι ὄμορφο, ὑπέροχο· δὲν τὸ ἀποποιοῦμαι. Μὰ εἶναι καλύτερο νὰ τὸ κάνεις ὅποτε τὸ αἰσθάνεσαι. Ὁ κυριότερος λόγος ποὺ δὲν κάνω σεξ, εἶναι γιατὶ μέσα μου, τὸ τοποθετῶ πάντα μετὰ τὸ σύνορο τῆς οὐσιαστικῆς συναισθηματικῆς ἐπαφῆς, καὶ ἀφοῦ κανεὶς δὲ μὲ ἄγγιξε συναισθηματικὰ, κανεὶς δὲν ἔκανε καὶ σὲξ μαζί μου. Σὺν τοῖς ἀλλοις, τὸ σὲξ εἶναι μία ἐπιβεβαίωση τῆς εἶκόνας τοὺ ἐγώ μου, καὶ δὲ θὰ ἤθελα νὰ τὴ βάζω σε δοκιμασίες ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἀκόμα τρέμω στὴν ἰδέα ὅτι μπορεῖ νὰ ἀπορριφθῶ γιὰ αὐτὸ εἶμαι καὶ κάνω, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ σέξ. Τελευταῖο, ἀλλὰ ὄχι ἀσήμαντο, εἶναι ἡ ὁλοκληρωτικὰ πεσμένη libido τὸν τελευταῖο καιρό. Ἐδῶ, μιὰ ἁπλὴ μαλακία πάω νὰ τραβήξω βλέποντας μιὰ τσόντα καὶ συγκινοῦμαι μὲ τὰ πρόσωπα καὶ τίς ἐκφράσεις τῶν πρωταγωνιστῶν της.
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009
Ὁ Παράδεισος
Κι αὐτὸς ὁ κάποιος εἶναι ὁ ἐαυτός μου.
Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009
Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009
Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009
Τέσσερα
Ἀπουσία διαίσθησης, μνήμης ψευδαίσθηση, πάλι θερινὲς νύχτες τοῦ Ὀκτώβρη, καὶ ἡ ἱστορία ποὺ ἀναπαύεται, στρεσσάρει τὴ σκέψη καὶ ὅλα μπλέκονται σὲ μιὰ ἐλπίδα ποὺ ζεῖ σ' ἕνα σῶμα μονό. Κι ἕνας φόβος, σκυλὶ πιστό, ποὺ κλαίει τὰ βράδυα, τὴν κάνει νὰ σκύβει γιὰ νὰ τὸν φροντίσει καὶ δὲ στέκεται στὸ ὕψος της.
Δὲ μπορῶ.
Δὲ ζῶ.
Πόσες μέρες ἔχω πάλι;
Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009
Ὁ κόμπος
Καὶ θέλω νὰ χαθῶ, στὰ πιὸ μαῦρα σκοτάδια.
Ἔδεσα ἕνα γαλάζιο φιογκάκι στὴν καρδιά μου· τῆς ἔβαλα τὰ καλά της και μ' ἕνα μὼβ μαρκαδόρο τῆς ζωγράφισα χαμόγελο. Τὴ φύσηξα νὰ φύγει ἡ σκόνη, καὶ τὴν πῆρα στὰ χέρια. Κι αὐτὴ ρώτησε
― Ποῦ πᾶμε;
Δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ. Ἀπάντησα πὼς ἔχω ρεπὸ καὶ θὰ πᾶμε μιὰ βόλτα. Μετὰ ἐπικαλέστηκα τὴ λιακάδα καὶ τῆς ὑποσχέθηκα ὅτι θὰ τὴ βάλω μπροστὰ στὸ ποδήλατο.
― Δὲ θέλω, ἔχω ἕναν κόμπο.
ἀποκρίθηκε. Καὶ συνέχισε,
― Ὁ ἥλιος μὲ καίει· θέλω νὰ μὲ βάλεις πίσω στὸ στῆθος σου, ἐκεῖ ποὺ δὲ μὲ βλέπει κανείς. Θέλω νὰ χαθῶ στὰ πιὸ μαῦρα του σκοτάδια. Μακρυὰ ἀπὸ βλέμματα, χέρια κι ἄλλες καρδιές. Κι ἂν κάποτε, κανεὶς θελήσει νά μὲ ἀγγίξει, ἂς ἔχει ἀγγίξει πρῶτα ἐσένα.
Καὶ σὲ μιά στιγμὴ μπῆκε μέσα στὴν ἀγκαλιά μου, καὶ χάθηκε μέσα μου. Καὶ δὲν τὴν ξαναεῖδε κανείς, κι οὔτε τὴν ἄγγιξε κανείς. Καὶ πῆρε καὶ τὸ φιογκάκι μαζί της. Kι ἀπὸ τότε ἔχω κι ἐγὼ ἕναν κόμπο στὸ στῆθος, καὶ δὲν κατεβαίνει ἡ σκέψη.
Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009
Αὐτό.
Τὸ αἰσθάνομαι.
Κι ἀνασηκώνω τοὺς ὤμους.
Καὶ τὸ βλέμμα χαμηλά.
Κι ἕνα μελὸ στὸ πρόσωπο.
Ποιός νοιάστηκε
γιὰ ὅσα παίρνει ὁ ἄνεμος,
καὶ ὅσα καταπίνει ἡ θάλασσα;
Ποιός νοιάστηκε γιὰ μένα;
Τὸ μάθημα
Σήμερα δὲν πῆρα τὸ ποδήλατο γιὰ νὰ γυρίσω σπίτι. Γύρισα μὲ τὸ τρένο, καὶ ἀπὸ τὸ λιμάνι μὲ τὰ πόδια. Ποὺ τὰ πλοῖα ἔρχονται. Καὶ εἶχε ὁμίχλη. Καὶ τὰ ὄνειρα ταξιδεύουν, καὶ ἄνθρωποι πέρασαν· ἦρθαν κι ἔφυγαν. Ἂχ οἱ ἄνθρωποι, γιατί;
Κίτρινες λάμπες φωτίζουν αὐτὰ ποὺ ζήσαμε καὶ ἡ ὁμίχλη σκορπίζει τὸ φῶς τους..
Κι ἐσὺ περιμένεις τὸ δῶρο τῆς θὰλασσας ποὺ ἀγάπησες.
Μὰ πάλι τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ σου, μόνος σου θα τὴ διαβεῖς.
Ἐσύ καὶ δυὸ ἀναμνήσεις.
Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009
Και ἀνθίζει ἡ νύχτα
Κι εἶναι κι ἐκεῖνος ὁ ἄγνωστος
ποὺ μὲ κρατάει ξύπνιο τὰ μεσάνυχτα,
κι ἡ ἄμαξα δὲ θέλει πιὰ
να γίνει κολοκύθα.
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009
Μια Κυριακή
Κοιτάζοντας νοτιοανατολικά
Πάλι Σεπτέμβρης καὶ πάλι τὸ καλοκαίρι ἔφυγε. Πάλι στὸ ἴδιο μέρος, μετρῶντας πλακάκια, σφυρίζοντας στιχάκια. Καὶ σκέφτομαι, ὅλο σκέφτομαι, πόσο μακρυὰ εἶναι τὸ κοντά; Καὶ τὰ νοητὰ τὰ χέρια ποὺ δήλωσαν ὅτι θὰ ἀνακαλύψουν τὶς πολλαπλὲς μου ἐπιφάνειες; Αὐτὲς οἱ ἐπιφάνειες. Ἕνας ὠκεανός μπορεῖ νὰ διαλυθεῖ σὲ ἕνα δάκρυ, κι ἂν κολυμπήσω μέσα του, ποῦ νὰ φτάσω;
Πόσο εὐτυχισμένες εἶναι οἱ βάρκες ὅταν ποζάρουν; Καὶ ὁ σταυρὸς; Ἡ θρησκεία μου, καὶ τὸ ἱερό μου, ποὺ τὸ ἔχω γιὰ να μετράω καρφιά. Καὶ μαθαίνοντας νὰ μετράω, ἁγιάζω. Γίνομαι μοναχὸς καὶ μονάχος μου, πάντα τὶς κυριακές, σκέφτομαι, μέχρι νὰ ἔρθει ἡ δευτέρα. Φαντάζομαι τὸν ἄνθρωπο. Τὸ ἀπραγματοποίητο καὶ τὸ ἀνύπαρκτο. Καὶ τὸ αδιάθετο. Κι ὅτι ἔμαθα, τὸ μαθαίνω σὲ ἄλλους καὶ δὲν τὸ κάνω πράξη.
Ὁ κόσμος βγαίνουν, κι ἂς εἶναι ἀργά. Καὶ ψὰχνω νὰ δώσω τὸ τριαντάφυλλο ποὺ μοῦ χρωστᾶς, ποὺ ὅσο κι ἂν περάσει ὁ χρόνος, τὰ φύλλα του μένουν στάσιμα, ὅπως τὸ αἷμα ποὺ παγώνει σὲ μιὰ στιγμὴ μετέωρη. Σὰν τὸ φλουρὶ, ποὺ γυαλίζει λίγο πρὶν νὰ πέσει. Κι ἡ γυαλάδα του μᾶς φωτογραφίζει, νὰ χαμογελᾶμε μὲ τὶς λύπες καὶ νὰ θυμόμαστε τὶς χαρές.
Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009
Μποτίλια στὸ πέλαγο
καὶ παραπάνω
τὸ ἴδιο τοπίο ἀντιγραμμένο ξαναρχίζει.
τρεῖς τοῖχοι σὲ σχῆμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγες καμμένες ἐλπίδες, μαῦρες καὶ κίτρινες
καὶ μία τετράγωνη ἐπιθυμία, θαμμένη στὸν ἀσβέστη.
καὶ παραπάνω ἀκόμη πολλὲς φορὲς
τὸ ἴδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ὡς τὸν ὁρίζοντα ὡς τὸν οὐρανὸ ποὺ βασιλεύει.
Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009
Ἡ ἀνάμνηση
Ἔβρεχε ὅλη μέρα. Καὶ βρέθηκα σὲ μιὰ πλατεία κάπου, ποὺ εἶχε μεγάλες τετράγωνες πλάκες ἀπὸ τσιμέντο. Φωτισμένη. Κι ἄδεια. Κι ὁ ἀέρας ὑγρὸς καὶ καθαρός, ἀκίνητος. Κι ὅτι ἐκπνέεις ἀχνίζει. Πρέπει νὰ ἦταν προχωρημένη ἡ νύχτα. Ἕνας ζητιάνος καθόταν στὴν ἄκρη, κι ἕνας περαστικὸς γύρευε βοήθεια.
― Κάνε με φίλο σου
― Δὲν ἔχω φίλους. Ζῶ μόνος.