Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010
Δεν ξέρω
Κάποιος θα πεθάνει και κάποιος θα φύγει. Δε θά 'ναι οι μόνοι.
Και είδα πράματα που άλλοι κρύβουν, και πολλοι δε βλέπουν, μα μου ήταν τόσο άχρηστα όλα.
Κάποιος θ' αλλάξει.
Κι εγώ; Τί θα κάνω;
Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010
Ο τοίχος
Εγώ χαιρέκακα, θα κοιτάξω ειρωνικά τα ανήμπορα και ετοιμοθάνατα πια τούβλα και θα ανέβω πάνω τους να ατενίζω το ηλιοβασίλεμα, νικητής.
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010
Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010
Κάποιος γιορτάζει
Σα νά 'ταν όνειρο, απόψε –δεν έχω τι να πω, ένα πράμα, σα να χουμε γιορτή. Μέσα στην καρδιά του φθινοπώρου, κάποιος σκέφτεται ευχές, τίποτα το ειδικό, κι όμως ειναι μια βουτιά σε ένα σωρό συμβολισμούς που λένε κάτι για να ζήσεις χίλια χρόνια, και υγεία και λοιπά μα κυρίως ευτυχία.
Σα νά 'ταν όνειρο, αιώνες –έτσι φαινόταν, γέλια χαρές με κοιμήσαν, κι όλο ρώταγα ποιός γιορτάζει, μα πού να ευχηθώ και πώς. Τ' όνομά του, το συλλάβιζα κι έλεγα μάτια μου, και φανταζόμουν ιστορίες που γιόρταζε όλη η γη.
Κάποιος γιορτάζει που να ξέρω, που να θυμάμαι, τι να πω.
Κάποιος γιορτάζει κι ησυχάζει
Κάποιος γιορτάζει μα το βρήκα.
Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010
Το μαγικό χέρι, IV
Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010
Το μαγικό χέρι, IIΙ
Ποιός μίλησε για βροχή; Ποιός τη φοβάται τη βροχή; Δεν ξέρω αν το χεις ακούσει, μα υπάρχουν οι ομπρέλες.
Και ήρθε και του έπιασε το χέρι, τον χάιδεψε στοργικά στο μέτωπο, και άρχισε γλυκά να τον νανουρίζει λεγοντάς του πως τώρα πια δε θα ναι μονος ξανά, και οτι θα ειναι για πάντα δίπλα του. Πως τώρα δε χρειάζεται να φοβάται τίποτα. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο προσωπό του, και σιγά σιγά αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του. Και αυτή η εικόνα θα πάγωνε για να γινει η μεγαλύτερη φαντασίωσή του.
Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010
Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010
Το μαγικό χέρι, II
Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010
Το μαγικό χέρι
Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010
Η πρώτη οκτώβρη.
Πράγματα σκόρπια, πράγματα δεξιά, πράγματα αριστερά, πράγματα που σκέφτομαι, πράγματα που ήθελα να κάνω. Βιβλία στο κομοδίνο, όπως λέμε ηρεμιστικά, γάλα στο γραφείο όπως λέμε αντικαταθλιπτικά, ποδήλατο κατά της ανασφάλειας, ρούχα άπλυτα που θέλανε πολλά, ένα πιάτο στο νεροχύτη. Αυτό το σπίτι σήμερα έχει συννεφιά και βροχερή ησυχία. Σίγουρα τα πολύ ζυγά δεν κυκλοφορούν την πρώτη του Οκτώβρη και ίσως και τις επόμενες μέρες δηλαδή. Υπάρχουν φορές που γράφω σημειώσεις ατελείωτες, μόνο και μόνο για να βρω μια αφορμή να έχω ένα λεύκωμα, σα μαθητής δημοτικού –κι ας είμαι δάσκαλος, μόνο και μόνο για έχω να γράψω κάπου για πράγματα όμορφα, χωρίς να φοβάμαι ποιος θα με πάρει χαμπάρι.
Κι αυτή εδώ η συσκευή που σ' έχει ερωτευτεί φωτίζεται σιωπηλά με δυο-τρεις προτάσεις, λίγο ξώφαλτσες όμως ταυτόχρονα τόσο, μα τόσο εύστοχες. Λοιπόν δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου τόση λιακάδα σε συσκευασία καθημερινότητας. Να ξέρεις, τα νοήματα ζουν στη δική τους τροχιά, πέρα από λέξεις και τυπικότητες. Αίσθηση συνεπούς αντίληψης ή προσωπική προβολή; Δεν ξέρω, κι ίσως δε μάθω άμεσα. Στο κάτω κάτω, δε με νοιάζει, εγώ πιστώνομαι μονάδες χαμόγελου και δανείζομαι λίγο από τη λιακάδα, που τόσο πολύ θέλει για να στεγνώσει αυτό το σπίτι.
Όπως μάθαμε άλλωστε στην πρώτη δημοτικού, που έγραφε ένα παραμύθι: Ύστερα μπήκε ο ήλιος και έδιωξε τη θερμάστρα, κάθησε στις καρέκλες και τις πολυθρόνες και έστρωσε χρυσά χαλάκια στα πατώματα.
Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010
Η ύβρις της Περσεφόνης
Δε μπορώ να καταλάβω κυρίως τις μικρές ώρες, δυσκολεύομαι και λιώνω, γιατί, γιατί, δε μπορώ να καταλάβω.
Και φαντασιώθηκα πάλι πολύ όμορφα πράγματα, σχεδόν το νοιώθω σαν αμαρτία να σκέφτομαι τόσο όμορφα πράγματα. Και δεν τόλμησε ποτέ κανείς θεός να μου χρεώσει την ύβρη αυτή.
Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010
Autumn leaves
Άντε και κανένα κουνούπι που και που, έτσι για να έχουμε κάτι να μας τσιγκλάει το δέρμα, κυριολεκτικά. Και ελπίζω τη σκέψη, μεταφορικά. Όχι βέβαια τα κουνούπια.
Εντάξει, θετική· πάντα θετική.
Ότι θες εσύ. Δε με νοιάζει. Αλήθεια.
Φόκους σε κάτι όμορφο.
Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010
Afterhours
Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010
Ταξίδι στο όνειρο
ένα όνειρο.
Που έψαχνε άνθρωπο
να το κάνει πραγματικότητα.
Αν μπορούσες να δεις τι υπάρχει σε τούτην εδώ τη γαλήνη.
Μια σκέψη ματώνει σαν την ακουμπάς με ροδοπέταλα.
Κι ένα μικρό πλοιάριο, σε μια θάλασσα λάδι, που χαζεύει ψηλά, κόβει τη νύχτα, με μια σειρά φώτα, και απάνω όμορφα πρόσωπα γελούν· σιωπηλά τραγουδούν. Κάπου μεταξύ γης και ουρανού, κάποιος θέλησε να γράψει για την ευτυχία.
Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010
Το ποτήρι που δακρύζει
Αγαπημένη μου σκέψη, απόψε με εσένα μιλάω, με εσένα κουβεντιάζω και πάντα μου απαντάς και μ' αγαπάς και με προδίδεις, πάντα, με τον πιο γλυκό τρόπο. Κι εσύ που ενδιαφέρεσαι για το καλό μου, απόψε, στοργικά με φιλάς στο μέτωπο, σαν τον Ιούδα, και μου υπόσχεσαι ομορφιές, κι ένα νανούρισμα σαν από κλάμα λατέρνας γραμμένο από κάποιο Μάνο που βρέχει γαρύφαλλα. Και συγνώμη μου ζητάς, μακάρι να μπορούσα να σε κάνω λίγο πιο ευτυχισμένο. Τίποτα το καινούριο. Εκτός ίσως από ένα ποτήρι κρύο νερό, στα αριστερά μου, σχεδόν γεμάτο, που σταγόνα σταγόνα το γεμίζω ίσα με το χείλος του, και ζητάω να το φιλήσω, μήπως ξεδιψάσω μια μοναξιά. Μα αυτό ψυχρό όπως πάντα, αδιαφορεί, και με κάνει και δακρύζω εγώ για αυτό. Δε διανοούμαι καν να το αγγίξω. Μα εγώ ελπίζω, ότι οι συννεφιές του σεπτέμβρη, ίσως λειάνουν με μερικές σταγόνες την επιφάνειά του. Επιφάνεια. Και σχεδόν παρακλητικά ζητάω, μη με πληγώνεις άλλο, δεν αντέχω σου λέω, ραγίζω για χάρη σου, δεν το βλέπεις;
Είναι λοιπόν, η σιωπή της νύχτας που σπάει ελπίδες και χαιρέκακα τρίζει φόβους, σαν πόρτες ξεχασμένες στην ιστορία μια ζωής. Ενός ανθρώπου που γίνεται άθελά του, ήρωας με πράξεις μηδαμινές και εραστής του τίποτα για χάρη μιας ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Ενός ανθρώπου που του λείπει λίγη ομορφιά και πολλή τρυφερότητα. Που επιλέγει από ανάγκη να γίνει τραγικός σαν πιερότος και εύθραυστος σαν τραπουλόχαρτο.
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010
Εφτά χιλιόμετρα γραφίτη
Και κλείνω τα μάτια, να προβάλλω λίγο ένα παραμύθι που ελπίζω να ανέβει στο πανί.
Αυτή τη φορά θέλω να το ζωγραφίσω. Δεν ήθελα ούτε να μιλήσω γιαυτό, ούτε να γράψω. Βασικά δοκίμασα να πάρω στα χέρια το μολύβι μου, και σε μια κόλλα άλφα τέσσερα, σαν κι αυτές που γράφω σημειώσεις για τους μαθητές μου, προσπάθησα να τραβήξω μερικές γραμμές. Για αρχή, προσπάθησα κάτι εύκολο· δεν είναι δύσκολο πράμα να ζωγραφίσεις δέκα ξύλα –τα μισά από αυτά κόκκινα– και δυο φιγούρες. Νομίζω αυτό που σχεδίασα, δε μοιάζει καθόλου με αυτό που είχα στο μυαλό μου. Και φαντάζομαι οι περισσότεροι θα συμφωνούσαν αν ποτέ το έβλεπαν. Αναμφισβήτητα. Δεν έχω ταλέντο. Μα ελάχιστα σκάω γιαυτό. Έχω να πω, ότι βρίσκομαι μπροστά σε μια πολύ γλυκιά προσπάθεια αυτού του μπλε μηχανικού μολυβιού, που μετράει σχεδόν δυο χρόνια ζωής σε συρτάρια και κασετίνες.