στα ερείπια χάθηκε
το μεσημέρι
ανθρώπινες ψυχές
αιμορραγούν
οι ανοιχτές μνήμες
είναι χορδές λεπίδες
τα χέρια απεγνωσμένα
κόβουν
οι ήχοι
Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου
Σήμερα είμαι νηφάλιος.
Η επόμενη μέρα είναι ένα κλικ πιο επώδυνη, σαν ότι ταξίδι έκανες την προηγούμενη να πρέπει να το επιστρέψεις πίσω με κάποιο τόκο.
Πονάω.
Είμαι σε αδιέξοδο.
Με βοηθάει αν μπορώ να βγάλω από μέσα μου λίγο από το πως νιώθω. Σα να ελπίζω σε μία μικρή ανώνυμη εμπάθεια, κάποιου που με στοργή με διαβάζει.
Δεν ξέρω γιατί.
Θέλω να σωματοποιήσω τον πόνο, έτσι γίνεται πιο κατανοητός. Συν τοις άλλοις, όταν υπάρχει σωματοποίηση, γίνεται κάποια περίεργη εξισορρόπηση και η προσοχή μου στρέφεται αλλού.
Εξαντλούμαι σε προπονήσεις, σε μαραθωνίους, ώστε να επιτευχθεί αυτή η πολυπόθητη μετάθεση. Που μου το έχουν πει, δεν πρέπει να κουράζομαι. Δηλαδή, αν κουραστώ τι θα αλλάξει;
Ακόμα δεν έχω βρει το θάρρος να αυτοτραυματιστώ, αλλά ελπίζω σε ένα μοιραίο ατύχημα. Τόσοι τρελλοί κυκλοφορούν εκεί έξω μεθυσμένοι. Κι άλλος ένας εγώ.
Επίσης τους τελευταίους μήνες η καρδιά μου, μου κάνει διάφορα όταν προπονούμαι κοντά στο μέγιστο της έντασής μου. Ελπίζω πως έτσι απλά και ανώδυνα, κουρασμένη κι αυτή θα με αφήσει. Δεν πάω σε γιατρό για αυτό. Θα είναι το μικρό μου μυστικό.
Τους τελευταίους μήνες έχω αναπτύξει επίσης δυο ικανότητες. Τα όνειρά μου, με προειδοποιούν για τους επικείμενους κινδύνους. Πλέον γνωρίζω από την προηγούμενη νύχτα, αν κάτι επίφοβο που πάω να κάνω θα έχει αίσια έκβαση --φυσικά εγώ διαλέγω τον όλεθρο όπως οι πεταλούδες το φως.
Δεύτερον, νιώθω πότε ένας άλλος άνθρωπος πονάει. Είναι εκπληκτικό, πόσο πόνο ανακαλύπτω σε άλλους, πολύ πριν το καταλάβουν. Βιώνω τον ίδιο πόνο που έχουν. Και κάπου μεταξύ οδύνης και ηδονής, γίνομαι ανήμπορος να αντιμετωπίσω ακόμα και αυτό.
Είναι σα να αναζητώ τον πόνο, σα να έχω εξάρτηση, να περιμένω πως και πως να βιώσω τη δυσάρεστη αυτή ψυχική κατάσταση.
Σα να κυνηγάω να πονέσω τόσο πολύ ώστε να έρθω σε απόγνωση. Κι εδώ υπάρχει η αυτοκαταστροφή. Ελπίζω να ξεπεράσω το φράγμα εκείνο που με κρατάει σε λογική. Ελπίζω να βρεθώ σε σύγχυση και να περάσω στην άλλη πλευρά μία για πάντα.
Περιμένω απο εκεί να ειμαι καλύτερα.
Επί του παρόντος χάνομαι κάτω από μαξιλάρια και σκεφτομαι πόσο μηδέν είμαι.
ένα πανέμορφο μηδέν.
Η σκέψη
βγαίνει από το κεφάλι
σε τοίχους
έρπεται σαν κατάρα
στο χρόνο
ταξιδεύει
στην ευρώπη, σε χώρες ανύπαρκτες
ανηφορίζει
στα ποτάμια
χάνεται
στα βουνά, στον ουρανό
Γίνεται θάνατος ιδανικός
έρωτας ανεκπλήρωτος
γίνεται μνήμη
πονάει, μεθάει, καπνίζει
παίρνει χάπια περίεργα.
Στέλνει σήματα απεγνωσμένα
που αποσβαίνονται λίγο πριν
φτάσουν στο άπειρο
χωρίς αποδέκτες
ασυνάρτητα
χάθηκαν όλα.
Πάγωσαν τα άκρα μου
από το δροσερό αεράκι
μιας νύχτας καλοκαιρινής,
το αριστερό μου χέρι δεν το νιώθω,
το δεξί
όπως κοκκοι μελάνης που διαλύεται
σκορπίζει τη θλίψη.
Στο ημίφως
πέφτουν αστέρια απ' το ταβάνι
παραμορφώνεται
καμπυλώνεται ο χωροχρόνος
σαν στάχυα που λυγίζουνε
φιλώντας το χώμα
με χείλη άρρωστα
αποτίοντας τιμή στο πεπρωμένο.
Είμαι ανήμπορος πια
στην πλάτη μου φορτωμένη
τόση αλήθεια
γονάτισε,
δε με φτάνουν
οι άλλοι
βλέπουν μόνο μέχρι το δέρμα μου.
Η ύστατη διέξοδος από τον πόνο είναι ο θάνατος.
Η μέρες ξεκινούσαν όταν άρχισε να χαράζει. Ήλιο δε βλέπαμε αυτούς τους δυσοίωνους καιρούς. Σύννεφα βαριά σκεπάζανε ότι ανασαίνει, κι εμείς με πόδια απογυμνωμένα περπατούσαμε πάνω στο λασπωμένο χώμα και τις πέτρες. Είχαμε ξεχάσει από που είχαμε έρθει, δεν ξέραμε πού πάμε. Ο χρόνος εδώ δεν υπάρχει με τον τρόπο που οι άλλοι άνθρωποι τον εννοούν. Το φως μόνο σηματοδοτούσε πότε θα ξεκινάμε και πότε θα ξεκουραζόμαστε. Που και που, συναντούσαμε θηρία που έρχονταν και μας αφήνανε από οίκτο κάποιο φαγητό και λίγο νερό για να συντηρούμαστε. Τα μάτια των θηρίων είχαν τη μαγική δύναμη να μας εμφυτεύουν λεπίδες βαθιά μέσα στις σάρκες μας. Και εμείς, στωικά, σαν φέυγανε τα θηρία, βγάζαμε με τα χέρια, αυτά τα κοφτερά μαχαίρια από το δέρμα μας. Και έσταζε το αίμα πάνω στις λάσπες, αλλά εμείς περπατούσαμε ακόμα και πάνω στα αίματα τα δικά μας. Ήμαστε καταδικασμένοι να φτάσουμε το ταξίδι ως το τέλος, κάποιο ένστικτο οδυνηρό μας οδηγούσε να τρώμε το φαγητό και να θεραπεύουμε το σώμα μας. Αυτή η ίδια ενόρμηση ήταν που μας έκανε να συνεχίζουμε την πορεία προς το άγνωστο. Εκτός από τα θηρία, δεν υπήρχε άλλη ψυχή ζωντανή σε αυτό εδώ το μέρος. Υπήρχαν όμως ερείπια και αποκαΐδια· ένα τοπίο σαν από πυρηνική καταστροφή, ραδιενεργός αέρας μόλυνε τα πάντα και εμάς που τον αναπνέαμε. Και μάθαμε πως γίναμε υπάρξεις μιαρές, βρώμικες. Εδώ, αν υπήρξε ποτέ θεός, το είχε ξεχάσει το μέρος. Είχε ξεχάσει κι εμάς που υποφέραμε τις χαμένες μας μνήμες. Και τα θηρία που μας φρόντιζαν είχε ξεχάσει. Δοκιμάζαμε τις αντοχές μας, και μαθαίναμε για τα ιερά μας όρια. Αυτά που όταν τα περνούσαμε θα σκοτώναμε τους εαυτούς μας, κι έτσι θα σταματούσε κάθε οδύνη. Αλλά ακόμα ήμαστε μακρυά. Έστω κι αν ελπίζαμε να εξαλείψουμε τον πόνο μας.
Κι έτσι αρχίσαμε το ταξίδι προς τα σύνορα.
Την πρώτη μέρα μόνο ξεκουραστήκαμε. Αποχαιρετήσαμε όλη την παλιά μας αρμονία και την λαμπρότητα και ό,τι μας συνέδεε με τον παλιό κόσμο. Και σκεφτήκαμε ότι το ταξίδι μας είναι καλό. Κι έγινε νύχτα.
Τη δεύτερη μέρα, το πρωί, αρχίσαμε την πορεία. Και όπως περπατούσαμε γίναμε αδύναμοι και χάσαμε τη εξουσία πάνω στα θηρία της γης, τα πτηνά του ουρανού και τα ερπετά.
Προχωρήσαμε κι άλλο, και είδαμε ότι και τα ζώα γίνανε μικρά, και δε μπορούσαν να τραφούν με φυτά ή το ένα από το άλλο.
Και χάσαμε και την ικανότητα να τρώμε από τα φυτά, γιατί δεν είχαμε πια ανάγκη την τροφή. Και τα φυτά και τα δέντρα σταμάτησαν να πολλαπλασιάζονται.
Και προχωρήσαμε κι άλλο, και δεν ήμαστε πια άνθρωποι, μα κάτι άλλο. Και χάσαμε την ευλογία. Βγάλαμε τα ρούχα μας, βγάλαμε και το προσωπό μας και φορέσαμε μαύρο χιτώνα. Δώσαμε την ψυχή μας και πήραμε ένα κερί στα χέρια. Το κερί αυτό ήταν άκαυστο και άσβεστο. Και δεν είχαμε πια γένος, δεν ήμαστε ούτε άντρες μήτε γυναίκες. Είχαμε μόνο πένθος. Και η γή ρούφηξε τα ζώα, τα τετράποδα, τα ερπετά και τα θηρία, ένα ένα, με τη σειρά του είδους τους.
Και σκεφτήκαμε ότι το ταξίδι μας είναι καλό. Κι έγινε νύχτα και σταματήσαμε.
Την τρίτη μέρα, το πρωί, συνεχίσαμε την πορεία. Και είδαμε τις θάλασσες να αφανίζουν τα ψάρια, και τους ουρανούς να μετατρέπουν τα πουλιά σε νέφη. Και δεν υπήρχαν πια, ούτε άνθρωποι, ούτε ζώα, ούτε ψάρια ή πουλιά. Η γή έγινε ακατοίκητη και αφιλόξενη. Και τα νερά γίνανε στείρα.
Και σκεφτήκαμε ότι το ταξίδι μας είναι καλό. Κι έγινε νύχτα και σταματήσαμε.
Την τέταρτη μέρα πολύ πριν το πρωί, σηκωθήκαμε νωρίς, γιατί είδαμε να χάνονται τα αστέρια από τον ουρανό, και χάθηκε και η σελήνη. Εκείνη τη μέρα δεν βγήκε ποτέ ο ήλιος, γιατί χάθηκε και αυτός μαζί με τα υπόλοιπα αστέρια. Και υπήρχε πια, μόνο φως και μόνο σκοτάδι.
Και σκεφτήκαμε ότι το ταξίδι μας είναι καλό. Κι έγινε νύχτα και σταματήσαμε.
Την πέμπτη ημέρα με το φως, συνεχίσαμε. Και είδαμε κάθε φυτό, ή χορτάρι, ή δέντρο να αφανίζεται μέσα στο έδαφος. Και οι καρποί των φυτών χάθηκαν κι αυτοί, και τίποτα δε θα ξαναβλάσταινε από εδώ και πέρα. Και μετά, πλημμύρισαν οι θάλασσες και ανέβηκε το νερό ίσα με τα πόδια μας, και σταμάτησε να διαχωρίζεται η γη από τη θάλασσα.
Και σκεφτήκαμε ότι το ταξίδι μας είναι καλό. Κι έγινε νύχτα και σταματήσαμε.
Την έκτη μέρα με το φως πιάσαμε και πάλι να προχωράμε με δυσκολία. Βλέπαμε πως δεν περπατούσαμε πάνω σε έδαφος ή μέσα στο νερό. Βαδίζαμε πάνω από άβυσσο, μα δεν πέφταμε. Και χάθηκε το στερέωμα και ενώθηκε με τον ουρανό, κι έμεινε μόνο φως τη μέρα κι άλλο τίποτα.
Και σκεφτήκαμε ότι το ταξίδι μας είναι καλό. Κι έγινε νύχτα και σταματήσαμε.
Την έβδομη μέρα, μόλις ήρθε το φως, συνεχίσαμε το ταξίδι. Ξέραμε ότι είναι η τελευταία μέρα, και το πένθος μας έγινε γαλήνη. Και ο πόνος είχε χαθεί. Όλα είχαν χαθεί, μα όλα ήταν όμορφα. Κι εμείς ακόμα συνεχίζαμε. Και ψάξαμε το σώμα μας, και δεν υπήρχε ούτε κι αυτό, χάθηκε μαζί με το στερέωμα. Και ήμαστε μόνο το κερί που κρατούσαμε.
Και πριν έρθει η νύχτα, χάθηκε το φως, κι ενώθηκε με το σκοτάδι, και ίσα που βλέπαμε.
Και το ταξίδι μας τελείωσε εδώ, και έπεσε το κεράκι, κι έσβησε, κι άφησε το στερέωμα κι έγινε πνεύμα θεού, άκτιστο και άναρχο.
Και τελείωσε η έβδομη μέρα. Και σκεφτήκαμε πως το ταξίδι μας ήταν καλό.
Ηλίθια αστεία
Aπύθμενη θλίψη!
Πόσο δε μού 'χεις λείψει
και λοιπές αηδίες
πλαστές τραγωδίες
Νοσηρές νευρώσεις
σα μεγαλώσεις
Σώματα διαλυμένα
ρούχα φρεσκοπλυμένα
Όνειρα αυτοχειρίας
φοβικής ελευθερίας
ζωή αποτυχημένη
ψυχή τάχα προδομένη
Αλκοόλ στο αίμα
πες ακόμα ένα ψέμα
οργή που επιστρέφει
ο θάνατος που γνέφει
Κι είμαι μόνο τριάντα
άραγε θα φτάσω σαράντα;
Ηδονή ο πόνος
κάθε που μένεις μόνος
Είμαι εδώ γιατί δεν είμαι εδώ.
Απόψε ονειρεύτηκα ότι αυτοκτόνησα. Πήρα μία καραμπίνα και μπροστά στα μάτια φίλων έδωσα τέλος. Ένιωσα ότι λυτρώνομαι από κάθε οδύνη. Σκέφτηκα για λίγο ότι δεν υπάρχει επιστροφή. Μα εδώ που είμαι δεν υπάρχει επιστροφή. Την ώρα που η σφαίρα περνούσε μέσα από το κεφάλι μου μου, δεν ένιωσα τίποτα. Ξαφνικά το όνειρο έγινε μαύρο, ένιωσα ότι πέφτω, κάπου ίσως χτύπησα, ίσως να έπεσα στο πάτωμα. Έπαψα να αισθάνομαι. Στο όνειρό μου λυτρώθηκα, με το που πυροβόλησα, ένιωσα ευτυχία.. Ένιωσα ότι ολοκλήρωσα αυτό που ο θάνατος δε μπόρεσε να κάνει όταν με άγγιξε. Είμαι τόσο καιρό σε ένα προθάλαμο, σε μία κατάσταση ημιθανή, ανάμεσα σε ζωντανούς, σα ζωντανός, αλλά όχι ζωντανός, ούτε νεκρός. Σαν να περιμένω σε μια ουρά αναμονής έναν άγιο να αποφασίσει αν θα με στείλει στον παράδεισο ή στην κόλαση. Μέχρι τότε θα ξέρω ότι θα βρίσκομαι σε μια ενδιάμεση κατάσταση, σε μία πραγματικότητα για λίγους, άτυχους που δεν πεθάνανε κατευθείαν, αλλά καταδικάστηκαν να ζουν τις αναμνήσεις τους μέχρι να αποφασιστεί το οριστικό τους τέλος. Που καταδικάστηκαν κάθε μέρα, να βλέπουν τις προσδοκίες τους να φεύγουν, να χάνονται και να φωνάζουν αντίο.
Ξύπνησα στο κρεβάτι, και ακουγόταν μια πολύ ανατριχιαστική μελωδία από κάπου, πιθανότατα από κάποιο άλλο διαμέρισμα που είχαν αφήσει ανοιχτή την τηλεόραση. Πένθιμη μελωδία, που ταίριαζε στην ονειρεμένη μου αυτοκτονία. Μα ανασαίνω ακόμα και το κεφάλι μου δεν είναι διαλυμένο και ούτε αίματα, και πάλι είμαι εδώ. Και πάλι η ζωή είναι μαύρη και μάταιη, όπως και πριν πέσω για ύπνο. Και δεν καταλαβαίνω γιατί ζούμε, τι ελπίζουμε. Είμαστε μια τραγική φυλή που γνωρίζει το πεπερασμένο της ύπαρξής της. Και το αρνείται.
Είμαστε μια φυλή αρρώστων, βίαιων, προκαλούμε πόνο, θάνατο, και όλα αυτά γιατί;
Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Τις νύχτες η βροχή κλαίει για τα χαμένα μας όνειρα και γίνεται λάσπη στο δρόμο. Τα χαμένα μας όνειρα έχουν ονόματα ανθρώπων και σώματα ανθρώπων και γίνονται λάσπη στο δρόμο. Τα χαμένα μας όνειρα είμαστε εμείς. Και στο άκουσμα του ονόματος των άλλων ηχεί το δικό μας όνομα. Και δεν έχουμε άλλο τρόπο να πενθήσουμε παρά μόνο εδώ, που είμαστε λευκοί και ανώνυμοι. Το πένθος μας έγινε ανώνυμο, διάφανο, μηδαμινό. Εφεξής, θα υπάρχουμε μόνο εξ' αιτίας της καλής θέλησης ή του οίκτου των άλλων ανθρώπων.
Και εμπιστευτήκαμε τη στοργή από τα χέρια των ανθρώπων. Χέρια που είχαν στις παλάμες τους ξυράφια σαν μας χαϊδεύαν. Και σιγά σιγά γίναμε διαλυμένες σάρκες, άρρωστες μειοψηφίες, παραδείγματα προς αποφυγή.
Έχω λίγο χρόνο, όσο διαρκεί η επίδραση του αλκοόλ, για να γράψω, να βγάλω από μέσα μου λίγο από τη σαπίλα που με τόση στοργή καλλιεργώ όλα αυτά τα χρόνια. Έχω λίγο χρόνο, αν και δεν έχω περιορισμούς, αλλά έχω λίγο χρόνο, και αγχώνομαι που θα περάσει. Είτε είναι ζωή είτε είναι μέθη. Και ξαφνικά κενό. Έχω κενό, και αρρώστια και ασχήμια. Και ομορφιά. Όχι αρκετή όμως. Έχω τόση αρρώστια που δε φτάνει ούτε η ομορφιά, ούτε η ευφυΐα μου να την καλύψει. Και είμαι λίγος και ανεπαρκής. Ανεπαρκής ακόμα και για τον εαυτό μου, και συνεπώς και για τους άλλους γύρω μου. Γιατί να με διαλέξουν; Και ποιούς να διαλέξω; Υπόκειμαι κι εγώ, στον νόμο του ισχυρού, παρά τα ανθρωπιστικά ιδεώδη που ισχυρίζονται πολλοί γύρω μου. Φευ. Και δεν έχω τίποτα το ισχυρό, άρα είμαι στην πλευρά την άλλη, του αδύναμου. Και έχω θάνατο. Κι εσείς έχετε θάνατο, αλλά έχετε και πίστη και δεν τον βλέπετε που ανασαίνει πάνω σας κάθε βράδυ και το πρωι που ξυπνάτε και σαν κάθε που φιλάτε. Δε φιλάτε εραστές. Φιλάτε τον θάνατο και τον φόβο σας στο πρόσωπο του κάθε εραστή. Εγώ πίστη δεν έχω.
Είμαι σε μία περίεργη πραγματικότητα, στο μέσο διάστημα μεταξύ παραδείσου και κόλασης --αν κάτι από αυτά τα δύο μεσαιωνικά εφευρήματα υπάρχει-- περιμένοντας μιαν οριστική απόφαση. Που άγνωστο πότε θα βγει. Είμαι στο διάμεσο. Κάπου άρχισα να πηγαίνω και κάπου χάθηκα. Και εσείς χαθήκατε, μα δεν το ξέρετε. Και δε φτάνει που το ξέρω εγώ για εσάς. Και αγχώνομαι για τον χρόνο ημιζωής. Του αλκοόλ και άλλων ουσιών, ψυχοτρόπων και μη. Και αγχώνομαι για τον χρόνο ημιζωής, τον δικό μου. Που νομίζω τον ανακάλυψα, και αν τον ανακάλυψα έχω άλλο τόσο, αλλά με μισή ζωή, για όσους καταλαβαίνετε τον εκθετικό νόμο.
Αν χάθηκα, τι έγινε. Αν χαθεί ένας κόκκος άμμου σε μια παραλία, δε θα διαταραχθεί η γαλήνη της παραλίας. Τα κύματα θα συνεχίσουν να σκάνε με τον ίδιο τρόπο. Είμαι στον εγωιστικό μου μικρόκοσμο η σημαντικότερη ύπαρξη και αυτό γιατί ένιωσα τον πόνο. Και έτσι αναγκάστηκα να είμαι σημαντικός για να μην πονάω, που υποτίθεται ότι έχω σκοπό να περάσω στην αιωνιότητα. Φευ. Κανείς δεν τα κατάφερε άμεσα και όλοι προσέφυγαν στην αναπαραγωγή. Και όλοι πεθάναμε. Τραγικό παραμύθι. Και στα μάτια μας, οι απόγονοι μας, είναι ο επόμενος κρίκος στην αλυσίδα του θανάτου. Και αυτό το λέμε αιωνιότητα; Ποιούς πάμε να ξεγελάσουμε; Μα κι εγώ γιαυτή την αιωνιότητα είμαι αποτυχημένος. Όχι συνειδητά. Γιατί συνειδητά την απαξίωσα. Μα ασυνείδητα, ψάχνω τον έρωτα, για να νικήσω προσωρινά τον θάνατο. Που θα με νικήσει ούτως η άλλως. Που με έχει νικήσει ούτως ή άλλως. Και οι άνθρωποι θα με νικήσουν ούτως ή άλλως.
Γιατί θα είμαι για αυτούς το παράδειγμα προς αποφυγήν, επειδή θα είμαι το δικό μου παράδειγμα προς αποφυγήν. Και θα μισώ τον εαυτό μου, και θα θέλω να τραβάω τις σάρκες μου και να τις καθαρίσω από τη μαυρίλα και τη σήψη και την ανεπάρκεια. Και την ψυχή μου θα θέλω να τραβάω και δε θα καθαρίζει. Και θα είμαι μολυσμένος, όπως όλοι σας. Και δε θα με θέλετε γιαυτό. Και θα με πονάτε, και θα με παίρνετε για ανισόρροπο. Γιατί δεν θα με καταλάβετε. Και ίσως κι εγώ να μη σας καταλάβω.
Και θέλω να βάλω ένα ακόμα ποτήρι γιατί έχω κι άλλη μαυρίλα μέσα μου να βγάλω πριν πάω να κοιμηθώ. Και όσο και να βγάλω δε θα καθαρίζει. Και είναι η μαυρίλα σα λεπίδες που όσο τις σκαλίζω ματώνω και πονάω. Και δεν τελειώνει η μαυρίλα, ούτε οι λεπίδες, ούτε ο πόνος. Κι έτσι θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου. Σκάβοντας σε ένα έδαφος φτιαγμένο από λεπίδες. Που λεπίδες είναι ο θάνατος, και εσείς μαζί του. Και η βία της άρνησής σας, και της δικής μου. Αυτό είμαστε· αυτό το θλιβερό γένος οι άνθρωποι. Και οι πεσόντες και οι περιπεσόντες άνθρωποι.
Και τα μάτια μου βλέπουν άλω γύρω από τα χρώματα τώρα και έχουν μουδιάσει, και τα χέρια μου έχουν μουδιάσει, όπως και ο πόνος έχει μουδιάσει. Και τώρα στα τριαντατόσα καταλαβαίνω τους εθισμένους σε ουσίες, εγώ που δεν εθίζομαι πουθενά, παρά μόνο στο πένθος, μα αυτό δεν κάνει κακό στο συκώτι. Και η νύχτα είναι πέντε το πρωί και σε λίγο ξημερώνει γιατί έρχεται υποτίθεται η άνοιξη, που εγώ δε θα δω το φως φέτος, και ούτε στα επόμενα χρόνια θα δω. Και πρέπει να σηκωθώ πρωι να φροντίσω το θάνατό μου και το παραλήρημά μου που θα τρέχω στο κρύο να ζητάω έλεος για αμαρτίες δικές μου και άλλων και λίγο οίκτο. Γιατί όλα αυτά; Για μερικά δευτερόλεπτα ηδονής και ευτυχίας επίπλαστης. Μια αγκαλιάς εικονικής που αποπνέει άρωμα θανάτου, όπως όλες οι αγκαλιές των ανθρώπων που επέλεγα να πεθαίνω μέσα τους.
Και κοροϊδεύω τον εαυτό μου, πίνοντας και μεθώντας, γιατί είναι παροδικό και ότι πόνο ανέβαλλα, θα τον βιώσω μετά τη μέθη. Και δε μου έμεινε τίποτα να εκφραστώ, ούτε θεοί, ούτε άνθρωποι, παρά μόνο μια πραγματικότητα ηλεκτρονική, ανασφαλής. Με λευκό φόντο και λευκά κελιά που ακούγονται κραυγές απόγνωσης των αυτοπαγιδευμένων ψυχών που χάθηκαν αναζητώντας αφελώς την ευτυχία. Αναζητώντας αφελώς την αιωνιότητα.
Μα μην υπεκφεύγω, είμαι άρρωστος. Και όταν πάω στον καθρέφτη θα είναι άρρωστος και ο καθρέφτης που δε φταίει σε τίποτα να με κοιτάει. Και πέφτει δύσπεπτη η πραγματικότητα και το αλκόολ και θέλω να βγάλω από μέσα μου τα σωθικά μου και τον πόνο μου και δεν έχει τέλος η κάθαρση και η ναυτία.
Και βλέπω τα χέρια μου και τα δαχτυλά μου, και μου μοιάζουν κανονικά, μα μέσα τους ζει ο θάνατος, και γράφουν για αυτόν. Και όποιος τα φιλήσει, συνειδητά ή όχι, θα φιλήσει τον θάνατο. Και η δική μου υποχρέωση; Πρέπει να προστατέψω από τον θάνατο που προκαλώ; Εμένα ποιός με προστάτεψε; Κι αν είμαι ηθικά εντάξει, τι είναι το ηθικά και τι το εντάξει; Θέλω να φύγω. Και θέλω να ξεράσω γιατί στο στομάχι μου υπάρχει η θλίψη. Και θέλω να πετάξω και μετά η βαρύτητα να με λυτρώσει και να χάσω το νόημά μου, και τη χαρά και τον πόνο. Κυρίως τον πόνο. Μα δεν έχω θάρρος. Αλλά θα το βρω και θα σας την κάνω, και θά 'στε ευτυχισμένοι. Άλλο δε μπορώ να γράψω, θα μείνω να απολαύσω τα τελευταία λεπτά ασυνειδησίας και μετά θα χαθώ στο κρεβάτι μου, που ήταν ρομαντικά διπλό. Φευ.
Και ξαφνικά άρχισε να πέφτει άυλο χιόνι. Και νιφάδες μας χάιδευαν τα μαλλιά. Και ήταν γύρω μας σιωπή.
Και θά 'ρθει η μέρα που θα θέλουμε να εμπιστευτούμε το σώμα, την ψυχή και τους θανάτους μας σε κάποιον και κανείς δε θα μας παίρνει. Γιατί το σώμα μας είναι πια διάτρητο, και ανασαίνουμε μικρές κοφτερές λεπίδες. Γιατί μαζέψαμε καταστροφικές αποτυχίες ένα σωρό, και γονατίσαμε και γίναμε άλλη φυλή, πιο κάτω από τους ανθρώπους.
Και θα μένουμε ημιθανείς να πενθούμε την τελειότητα του ανεκπλήρωτου. Και θα τρεμοπαίζουμε με κρίσεις πανικού και κρίσεις ανθρώπων.
Και όλα αυτά γιατί δεν αντέξαμε να κοιτάξουμε τα αντικείμενα του πένθους μας στα μάτια, κι έτσι είπαμε πως είναι πιο εύκολο να τα αγκαλιάσουμε μέσα μας και έτσι πενθήσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Και γίναμε ερωμένοι της μελαγχολίας μας, και σαδιστικά ασελγούμε διαρκώς στο φιλήδονο και αδηφάγο εγώ μας μέχρι να το μηδενίσουμε και πουθενά να μη διαφοροποιείται από την ανυπαρξία. Και τότε που θα έχουμε απολέσει κάθε νόημα με ένα κλικ θα κοιτάξουμε κάτω από τα πόδια μας και θα δούμε πως το επόμενο βήμα δε θα έχει έδαφος, παρά την άβυσσο και το τέλος. Και με χαρά εμείς θα κάνουμε το ύστατο βήμα, έχοντας ενορμήσει στον θάνατο που θα μας απελευθερώσει οριστικά από κάθε πόνο.
Απόψε δεν υπάρχει χώρος για ομορφιά του λόγου ή για λεπτότητα στις περιγραφές που τόσο αγάπησα. Απόψε χάθηκα και καίγομαι στα παπλώματά μου, έστω κι αν το θερμόμετρο δε δείχνει αξιόλογα ευρήματα. Απόψε εύχομαι και εκλιπαρώ, αν υπάρχει δύναμη ελέους, ας μην υπάρχω αύριο το πρωί. Ανακαλύπτω πτυχές της ψυχικής οδύνης που κάθε άνθρωπος θα τρόμαζε ή θα αρνιόταν. Μα εγώ κοιτάζω στα μάτια το αναποφάσιστο μαρτύριο μου και βιώνω το νόημα του θείου ως αναπαράσταση του ανθρώπινου ορίου που δυστυχώς πάει ολοένα και πιο πέρα. Μα τίποτα δε μπορεί να καταπραυνει την οδύνη που πρέπει να αγαπήσω. Εκλιπαρώ το τέλος, και ζητάω έλεος γιατί δεν έχω θάρρος. Ο θάνατος θα ήταν η ύστατη λυτρωση από τον πόνο που ανασαίνω παντού και η μόνη στοργή που δεν θα μπορούσαν άνθρωποι να προσφέρουν.
Και θα περάσει καιρός και θα ξεχάσουμε πως είναι που ήμαστε χρώματα και το γκρίζο μας θα γίνει σημείο πένθους αόρατου, όπως αόρατος και άυλος θα είναι ο θανατός μας. Και χάσαμε τη δυναμή μας, και χάσαμε τα προαπαιτούμενα της ευτυχίας, τόσο της δικής μας, όσο και των άλλων ανθρώπων γύρω μας. Και θα ζούμε μέσα σε σακούλες διάφανες πλαστικές και έτσι δε θα μπορέσουμε ποτέ να ενωθούμε ουσιαστιακά με άλλους ανθρώπους και ούτε και οι άλλοι θα μας θέλουν, και όπως τα σκουπίδια, θα ξενυχτάμε τα βράδυα στις χωματερές μαζί με απομεινάρια από άλλοτε περήφανες προσδοκίες που τώρα αφήνονται ή πρέπει να σαπίσουν και να αποσυντεθούν και το μόνο καλό που θα έχουν να προσφέρουν είναι τα απαραίτητα πρωταρχικά συστατικά τους σε άλλους νέους και ζωντανούς που θα ζητάνε να εξελιχθούν από το τέλος μας.
Κι αν θελήσαμε να πεθάνουμε και αληθινά, ώστε να μετατραπούμε σε ουδέτερες μνήμες, δεν είχαμε ποτέ το θάρρος να κλείσουμε εδώ τη ζωή μας. Κι έτσι μετέωρα, θα περιμένουμε τον θάνατο να μας σφίξει το χέρι μήπως και παρηγορηθούμε από την οδύνη που κληρονομήσαμε. Μα κι ο θάνατος αυτός θα μας απαξιώσει ως δειλούς. Κι έτσι μετέωρα θα υπάρχουμε ή κάτι λιγότερο, στο μεσοδιάστημα μεταξύ ανυπαρξίας και ανυπαρξίας, σε ένα δράμα που θύματα και θύτες και θεατές είναι όλοι φιγούρες τραγικές, χωρίς ύβρη, νέμεση ή λύτρωση. Θα μας πνίγει η αβαρής βία της δικής μας συνείδησης.