Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Κυριακή

Γύρισε σπίτι της αργά το βράδυ. Έβγαλε ήρεμα ένα-ένα τα ρούχα της, ενώ στο μυαλό της είχε καρφωθει ένα τεράστιο γιατι. Και μετά φόρεσε τις πυτζάμες της. Μηχανικά. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο να κοιτάει εκείνη τη γωνία, κι αυτό δηλαδή ούτε το πρόσεχε πού κοιτούσε. Παρά μονο σκεφτόταν πόσοι άνθρωποι. Πόσοι άνθρωποι έφυγαν. Και δίπλα της στοργικά της χάιδευε τα μαλλιά αυτή η συμπαθητική κυρία, και το χάδι της έφερνε ένα πνίξιμο βαθύ και μιά αίσθηση σα να της τραβάνε την καρδιά μέσα απο τα σωθηκά της. Κι αισθανόταν τόσο, μα τόσο μόνη.

Πήγε και έπλυνε ένα ποτήρι κι ένα πιάτο στο νεροχύτη.

Στο σπίτι ειχε ησυχία, όλοι κοιμόνταν στην πολυκατοικία αυτή την ώρα. Η γλυκιά ηλικιωμένη γυναίκα του κάτω διαμερίσματος που πάντα έφτιαχνε φαγητά και γλυκά και πάντα της έφερνε σε ταπεράκια ειχε πέσει για ύπνο από νωρίς. Το ζευγάρι δυο ορόφους παρακάτω με τα δυο παιδιά δούλευαν το πρωι και δεν ξενυχτούσαν όπως τα πρώτα χρόνια που ήρθαν κι έμειναν σε αυτή την πολυκατοικία. Ο ημιόροφος έμενε ξενοίκιαστος χρόνια, απο τότε που πέθανε η γιαγιά που έμενε εκει.

Στο σπίτι ειχε πολλή ησυχία. Και τα δωμάτια δεν τη χώραγαν.

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Deep inside

Και τί θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;
Όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω ευτυχισμένος.

Κάτι πράματα που λες. Δε μπορώ να το δω αλλιώς. Ώρες ώρες νομιζω οτι ζω σε ένα τεράστιο τρελοκομειο. Δεν ξέρω, τι να πω, δεν ξέρω καν αν πρέπει να γελάσω ή να απογοητευτώ. How pathetic. Ιου. Και πότιζε τα πάντα αυτή η αίσθηση περισσότερο απο την τσιγαρίλα και δηλαδή πόσες ώρες να βγάλεις το μυαλό σου στον καθαρό αέρα να φύγει η μπόχα;

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Δεν ξέρω, ΙΙ

Οι αράχνες αράζουν πάντα στις γωνίες και όμορφα υφαίνουν και πάντα ψάχνουν την ευκαιρία να απλώσουν ένα δίχτυ πάνω απο τα σκοτεινά μέρη που πιάνουν μούχλα των ανθρώπων οι φόβοι και οι προσδοκίες και οι απελπισίες.
Σκέψεις βρέχουν τους τρόπους και η υγρασία φτάνει ίσα με την ψυχή. Δε μπορώ να αγαπάω εσένα και θ' αγαπάω όλον τον κόσμο, με μια αγάπη ψυχασθενή. Ένας θα φύγει κι ένας θα πεθάνει, στο ξανάπα, κι ούτε κι εγώ θέλω να το πιστέψω, μα μονο έτσι πάει η ζωή.
Σήμερα η συγκινησή μου ειναι κλωστές σε μιαν ανέμη