Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

-28

Ηλίθια αστεία

Aπύθμενη θλίψη!
Πόσο δε μού 'χεις λείψει
και λοιπές αηδίες
πλαστές τραγωδίες

Νοσηρές νευρώσεις
σα μεγαλώσεις
Σώματα διαλυμένα
ρούχα φρεσκοπλυμένα

Όνειρα αυτοχειρίας
φοβικής ελευθερίας
ζωή αποτυχημένη
ψυχή τάχα προδομένη

Αλκοόλ στο αίμα
πες ακόμα ένα ψέμα
οργή που επιστρέφει
ο θάνατος που γνέφει

Κι είμαι μόνο τριάντα
άραγε θα φτάσω σαράντα;
Ηδονή ο πόνος
κάθε που μένεις μόνος


Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

-27

Είμαι εδώ γιατί δεν είμαι εδώ.

Απόψε ονειρεύτηκα ότι αυτοκτόνησα. Πήρα μία καραμπίνα και μπροστά στα μάτια φίλων έδωσα τέλος. Ένιωσα ότι λυτρώνομαι από κάθε οδύνη. Σκέφτηκα για λίγο ότι δεν υπάρχει επιστροφή. Μα εδώ που είμαι δεν υπάρχει επιστροφή. Την ώρα που η σφαίρα περνούσε μέσα από το κεφάλι μου μου, δεν ένιωσα τίποτα. Ξαφνικά το όνειρο έγινε μαύρο, ένιωσα ότι πέφτω, κάπου ίσως χτύπησα, ίσως να έπεσα στο πάτωμα. Έπαψα να αισθάνομαι. Στο όνειρό μου λυτρώθηκα, με το που πυροβόλησα, ένιωσα ευτυχία.. Ένιωσα ότι ολοκλήρωσα αυτό που ο θάνατος δε μπόρεσε να κάνει όταν με άγγιξε. Είμαι τόσο καιρό σε ένα προθάλαμο, σε μία κατάσταση ημιθανή, ανάμεσα σε ζωντανούς, σα ζωντανός, αλλά όχι ζωντανός, ούτε νεκρός. Σαν να περιμένω σε μια ουρά αναμονής έναν άγιο να αποφασίσει αν θα με στείλει στον παράδεισο ή στην κόλαση. Μέχρι τότε θα ξέρω ότι θα βρίσκομαι σε μια ενδιάμεση κατάσταση, σε μία πραγματικότητα για λίγους, άτυχους που δεν πεθάνανε κατευθείαν, αλλά καταδικάστηκαν να ζουν τις αναμνήσεις τους μέχρι να αποφασιστεί το οριστικό τους τέλος. Που καταδικάστηκαν κάθε μέρα, να βλέπουν τις προσδοκίες τους να φεύγουν, να χάνονται και να φωνάζουν αντίο.

Ξύπνησα στο κρεβάτι, και ακουγόταν μια πολύ ανατριχιαστική μελωδία από κάπου, πιθανότατα από κάποιο άλλο διαμέρισμα που είχαν αφήσει ανοιχτή την τηλεόραση. Πένθιμη μελωδία, που ταίριαζε στην ονειρεμένη μου αυτοκτονία. Μα ανασαίνω ακόμα και το κεφάλι μου δεν είναι διαλυμένο και ούτε αίματα, και πάλι είμαι εδώ. Και πάλι η ζωή είναι μαύρη και μάταιη, όπως και πριν πέσω για ύπνο. Και δεν καταλαβαίνω γιατί ζούμε, τι ελπίζουμε. Είμαστε μια τραγική φυλή που γνωρίζει το πεπερασμένο της ύπαρξής της. Και το αρνείται.

Είμαστε μια φυλή αρρώστων, βίαιων, προκαλούμε πόνο, θάνατο, και όλα αυτά γιατί;


Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

-25

Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Τις νύχτες η βροχή κλαίει για τα χαμένα μας όνειρα και γίνεται λάσπη στο δρόμο. Τα χαμένα μας όνειρα έχουν ονόματα ανθρώπων και σώματα ανθρώπων και γίνονται λάσπη στο δρόμο. Τα χαμένα μας όνειρα είμαστε εμείς. Και στο άκουσμα του ονόματος των άλλων ηχεί το δικό μας όνομα. Και δεν έχουμε άλλο τρόπο να πενθήσουμε παρά μόνο εδώ, που είμαστε λευκοί και ανώνυμοι. Το πένθος μας έγινε ανώνυμο, διάφανο, μηδαμινό. Εφεξής, θα υπάρχουμε μόνο εξ' αιτίας της καλής θέλησης ή του οίκτου των άλλων ανθρώπων.


Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

-10

Και εμπιστευτήκαμε τη στοργή από τα χέρια των ανθρώπων. Χέρια που είχαν στις παλάμες τους ξυράφια σαν μας χαϊδεύαν. Και σιγά σιγά γίναμε διαλυμένες σάρκες, άρρωστες μειοψηφίες, παραδείγματα προς αποφυγή.

Έχω λίγο χρόνο, όσο διαρκεί η επίδραση του αλκοόλ, για να γράψω, να βγάλω από μέσα μου λίγο από τη σαπίλα που με τόση στοργή καλλιεργώ όλα αυτά τα χρόνια. Έχω λίγο χρόνο, αν και δεν έχω περιορισμούς, αλλά έχω λίγο χρόνο, και αγχώνομαι που θα περάσει. Είτε είναι ζωή είτε είναι μέθη. Και ξαφνικά κενό. Έχω κενό, και αρρώστια και ασχήμια. Και ομορφιά. Όχι αρκετή όμως. Έχω τόση αρρώστια που δε φτάνει ούτε η ομορφιά, ούτε η ευφυΐα μου να την καλύψει. Και είμαι λίγος και ανεπαρκής. Ανεπαρκής ακόμα και για τον εαυτό μου, και συνεπώς και για τους άλλους γύρω μου. Γιατί να με διαλέξουν; Και ποιούς να διαλέξω; Υπόκειμαι κι εγώ, στον νόμο του ισχυρού, παρά τα ανθρωπιστικά ιδεώδη που ισχυρίζονται πολλοί γύρω μου. Φευ. Και δεν έχω τίποτα το ισχυρό, άρα είμαι στην πλευρά την άλλη, του αδύναμου. Και έχω θάνατο. Κι εσείς έχετε θάνατο, αλλά έχετε και πίστη και δεν τον βλέπετε που ανασαίνει πάνω σας κάθε βράδυ και το πρωι που ξυπνάτε και σαν κάθε που φιλάτε. Δε φιλάτε εραστές. Φιλάτε τον θάνατο και τον φόβο σας στο πρόσωπο του κάθε εραστή. Εγώ πίστη δεν έχω.

Είμαι σε μία περίεργη πραγματικότητα, στο μέσο διάστημα μεταξύ παραδείσου και κόλασης --αν κάτι από αυτά τα δύο μεσαιωνικά εφευρήματα υπάρχει-- περιμένοντας μιαν οριστική απόφαση. Που άγνωστο πότε θα βγει. Είμαι στο διάμεσο. Κάπου άρχισα να πηγαίνω και κάπου χάθηκα. Και εσείς χαθήκατε, μα δεν το ξέρετε. Και δε φτάνει που το ξέρω εγώ για εσάς. Και αγχώνομαι για τον χρόνο ημιζωής. Του αλκοόλ και άλλων ουσιών, ψυχοτρόπων και μη. Και αγχώνομαι για τον χρόνο ημιζωής, τον δικό μου. Που νομίζω τον ανακάλυψα, και αν τον ανακάλυψα έχω άλλο τόσο, αλλά με μισή ζωή, για όσους καταλαβαίνετε τον εκθετικό νόμο.

Αν χάθηκα, τι έγινε. Αν χαθεί ένας κόκκος άμμου σε μια παραλία, δε θα διαταραχθεί η γαλήνη της παραλίας. Τα κύματα θα συνεχίσουν να σκάνε με τον ίδιο τρόπο. Είμαι στον εγωιστικό μου μικρόκοσμο η σημαντικότερη ύπαρξη και αυτό γιατί ένιωσα τον πόνο. Και έτσι αναγκάστηκα να είμαι σημαντικός για να μην πονάω, που υποτίθεται ότι έχω σκοπό να περάσω στην αιωνιότητα. Φευ. Κανείς δεν τα κατάφερε άμεσα και όλοι προσέφυγαν στην αναπαραγωγή. Και όλοι πεθάναμε. Τραγικό παραμύθι. Και στα μάτια μας, οι απόγονοι μας, είναι ο επόμενος κρίκος στην αλυσίδα του θανάτου. Και αυτό το λέμε αιωνιότητα; Ποιούς πάμε να ξεγελάσουμε; Μα κι εγώ γιαυτή την αιωνιότητα είμαι αποτυχημένος. Όχι συνειδητά. Γιατί συνειδητά την απαξίωσα. Μα ασυνείδητα, ψάχνω τον έρωτα, για να νικήσω προσωρινά τον θάνατο. Που θα με νικήσει ούτως η άλλως. Που με έχει νικήσει ούτως ή άλλως. Και οι άνθρωποι θα με νικήσουν ούτως ή άλλως.

Γιατί θα είμαι για αυτούς το παράδειγμα προς αποφυγήν, επειδή θα είμαι το δικό μου παράδειγμα προς αποφυγήν. Και θα μισώ τον εαυτό μου, και θα θέλω να τραβάω τις σάρκες μου και να τις καθαρίσω από τη μαυρίλα και τη σήψη και την ανεπάρκεια. Και την ψυχή μου θα θέλω να τραβάω και δε θα καθαρίζει. Και θα είμαι μολυσμένος, όπως όλοι σας. Και δε θα με θέλετε γιαυτό. Και θα με πονάτε, και θα με παίρνετε για ανισόρροπο. Γιατί δεν θα με καταλάβετε. Και ίσως κι εγώ να μη σας καταλάβω.

Και θέλω να βάλω ένα ακόμα ποτήρι γιατί έχω κι άλλη μαυρίλα μέσα μου να βγάλω πριν πάω να κοιμηθώ. Και όσο και να βγάλω δε θα καθαρίζει. Και είναι η μαυρίλα σα λεπίδες που όσο τις σκαλίζω ματώνω και πονάω. Και δεν τελειώνει η μαυρίλα, ούτε οι λεπίδες, ούτε ο πόνος. Κι έτσι θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου. Σκάβοντας σε ένα έδαφος φτιαγμένο από λεπίδες. Που λεπίδες είναι ο θάνατος, και εσείς μαζί του. Και η βία της άρνησής σας, και της δικής μου. Αυτό είμαστε· αυτό το θλιβερό γένος οι άνθρωποι. Και οι πεσόντες και οι περιπεσόντες άνθρωποι.

Και τα μάτια μου βλέπουν άλω γύρω από τα χρώματα τώρα και έχουν μουδιάσει, και τα χέρια μου έχουν μουδιάσει, όπως και ο πόνος έχει μουδιάσει. Και τώρα στα τριαντατόσα καταλαβαίνω τους εθισμένους σε ουσίες, εγώ που δεν εθίζομαι πουθενά, παρά μόνο στο πένθος, μα αυτό δεν κάνει κακό στο συκώτι. Και η νύχτα είναι πέντε το πρωί και σε λίγο ξημερώνει γιατί έρχεται υποτίθεται η άνοιξη, που εγώ δε θα δω το φως φέτος, και ούτε στα επόμενα χρόνια θα δω. Και πρέπει να σηκωθώ πρωι να φροντίσω το θάνατό μου και το παραλήρημά μου που θα τρέχω στο κρύο να ζητάω έλεος για αμαρτίες δικές μου και άλλων και λίγο οίκτο. Γιατί όλα αυτά; Για μερικά δευτερόλεπτα ηδονής και ευτυχίας επίπλαστης. Μια αγκαλιάς εικονικής που αποπνέει άρωμα θανάτου, όπως όλες οι αγκαλιές των ανθρώπων που επέλεγα να πεθαίνω μέσα τους.

Και κοροϊδεύω τον εαυτό μου, πίνοντας και μεθώντας, γιατί είναι παροδικό και ότι πόνο ανέβαλλα, θα τον βιώσω μετά τη μέθη. Και δε μου έμεινε τίποτα να εκφραστώ, ούτε θεοί, ούτε άνθρωποι, παρά μόνο μια πραγματικότητα ηλεκτρονική, ανασφαλής. Με λευκό φόντο και λευκά κελιά που ακούγονται κραυγές απόγνωσης των αυτοπαγιδευμένων ψυχών που χάθηκαν αναζητώντας αφελώς την ευτυχία. Αναζητώντας αφελώς την αιωνιότητα.

Μα μην υπεκφεύγω, είμαι άρρωστος. Και όταν πάω στον καθρέφτη θα είναι άρρωστος και ο καθρέφτης που δε φταίει σε τίποτα να με κοιτάει. Και πέφτει δύσπεπτη η πραγματικότητα και το αλκόολ και θέλω να βγάλω από μέσα μου τα σωθικά μου και τον πόνο μου και δεν έχει τέλος η κάθαρση και η ναυτία.

Και βλέπω τα χέρια μου και τα δαχτυλά μου, και μου μοιάζουν κανονικά, μα μέσα τους ζει ο θάνατος, και γράφουν για αυτόν. Και όποιος τα φιλήσει, συνειδητά ή όχι, θα φιλήσει τον θάνατο. Και η δική μου υποχρέωση; Πρέπει να προστατέψω από τον θάνατο που προκαλώ; Εμένα ποιός με προστάτεψε; Κι αν είμαι ηθικά εντάξει, τι είναι το ηθικά και τι το εντάξει; Θέλω να φύγω. Και θέλω να ξεράσω γιατί στο στομάχι μου υπάρχει η θλίψη. Και θέλω να πετάξω και μετά η βαρύτητα να με λυτρώσει και να χάσω το νόημά μου, και τη χαρά και τον πόνο. Κυρίως τον πόνο. Μα δεν έχω θάρρος. Αλλά θα το βρω και θα σας την κάνω, και θά 'στε ευτυχισμένοι. Άλλο δε μπορώ να γράψω, θα μείνω να απολαύσω τα τελευταία λεπτά ασυνειδησίας και μετά θα χαθώ στο κρεβάτι μου, που ήταν ρομαντικά διπλό. Φευ.


Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

-9


Και χάσαμε το όνομά μας, όταν ο θάνατος μας φίλησε στο μέτωπο

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

-8

Και ξαφνικά άρχισε να πέφτει άυλο χιόνι. Και νιφάδες μας χάιδευαν τα μαλλιά. Και ήταν γύρω μας σιωπή.

Και θά 'ρθει η μέρα που θα θέλουμε να εμπιστευτούμε το σώμα, την ψυχή και τους θανάτους μας σε κάποιον και κανείς δε θα μας παίρνει. Γιατί το σώμα μας είναι πια διάτρητο, και ανασαίνουμε μικρές κοφτερές λεπίδες. Γιατί μαζέψαμε καταστροφικές αποτυχίες ένα σωρό, και γονατίσαμε και γίναμε άλλη φυλή, πιο κάτω από τους ανθρώπους.

Και θα μένουμε ημιθανείς να πενθούμε την τελειότητα του ανεκπλήρωτου. Και θα τρεμοπαίζουμε με κρίσεις πανικού και κρίσεις ανθρώπων.

Και όλα αυτά γιατί δεν αντέξαμε να κοιτάξουμε τα αντικείμενα του πένθους μας στα μάτια, κι έτσι είπαμε πως είναι πιο εύκολο να τα αγκαλιάσουμε μέσα μας και έτσι πενθήσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Και γίναμε ερωμένοι της μελαγχολίας μας, και σαδιστικά ασελγούμε διαρκώς στο φιλήδονο και αδηφάγο εγώ μας μέχρι να το μηδενίσουμε και πουθενά να μη διαφοροποιείται από την ανυπαρξία. Και τότε που θα έχουμε απολέσει κάθε νόημα με ένα κλικ θα κοιτάξουμε κάτω από τα πόδια μας και θα δούμε πως το επόμενο βήμα δε θα έχει έδαφος, παρά την άβυσσο και το τέλος. Και με χαρά εμείς θα κάνουμε το ύστατο βήμα, έχοντας ενορμήσει στον θάνατο που θα μας απελευθερώσει οριστικά από κάθε πόνο.


Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

-7

Απόψε δεν υπάρχει χώρος για ομορφιά του λόγου ή για λεπτότητα στις περιγραφές που τόσο αγάπησα. Απόψε χάθηκα και καίγομαι στα παπλώματά μου, έστω κι αν το θερμόμετρο δε δείχνει αξιόλογα ευρήματα. Απόψε εύχομαι και εκλιπαρώ, αν υπάρχει δύναμη ελέους, ας μην υπάρχω αύριο το πρωί. Ανακαλύπτω πτυχές της ψυχικής οδύνης που κάθε άνθρωπος θα τρόμαζε ή θα αρνιόταν. Μα εγώ κοιτάζω στα μάτια το αναποφάσιστο μαρτύριο μου και βιώνω το νόημα του θείου ως αναπαράσταση του ανθρώπινου ορίου που δυστυχώς πάει ολοένα και πιο πέρα. Μα τίποτα δε μπορεί να καταπραυνει την οδύνη που πρέπει να αγαπήσω. Εκλιπαρώ το τέλος, και ζητάω έλεος γιατί δεν έχω θάρρος. Ο θάνατος θα ήταν η ύστατη λυτρωση από τον πόνο που ανασαίνω παντού και η μόνη στοργή που δεν θα μπορούσαν άνθρωποι να προσφέρουν.

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

-6

Και θα περάσει καιρός και θα ξεχάσουμε πως είναι που ήμαστε χρώματα και το γκρίζο μας θα γίνει σημείο πένθους αόρατου, όπως αόρατος και άυλος θα είναι ο θανατός μας. Και χάσαμε τη δυναμή μας, και χάσαμε τα προαπαιτούμενα της ευτυχίας, τόσο της δικής μας, όσο και των άλλων ανθρώπων γύρω μας. Και θα ζούμε μέσα σε σακούλες διάφανες πλαστικές και έτσι δε θα μπορέσουμε ποτέ να ενωθούμε ουσιαστιακά με άλλους ανθρώπους και ούτε και οι άλλοι θα μας θέλουν, και όπως τα σκουπίδια, θα ξενυχτάμε τα βράδυα στις χωματερές μαζί με απομεινάρια από άλλοτε περήφανες προσδοκίες που τώρα αφήνονται ή πρέπει να σαπίσουν και να αποσυντεθούν και το μόνο καλό που θα έχουν να προσφέρουν είναι τα απαραίτητα πρωταρχικά συστατικά τους σε άλλους νέους και ζωντανούς που θα ζητάνε να εξελιχθούν από το τέλος μας.
Κι αν θελήσαμε να πεθάνουμε και αληθινά, ώστε να μετατραπούμε σε ουδέτερες μνήμες, δεν είχαμε ποτέ το θάρρος να κλείσουμε εδώ τη ζωή μας. Κι έτσι μετέωρα, θα περιμένουμε τον θάνατο να μας σφίξει το χέρι μήπως και παρηγορηθούμε από την οδύνη που κληρονομήσαμε. Μα κι ο θάνατος αυτός θα μας απαξιώσει ως δειλούς. Κι έτσι μετέωρα θα υπάρχουμε ή κάτι λιγότερο, στο μεσοδιάστημα μεταξύ ανυπαρξίας και ανυπαρξίας, σε ένα δράμα που θύματα και θύτες και θεατές είναι όλοι φιγούρες τραγικές, χωρίς ύβρη, νέμεση ή λύτρωση. Θα μας πνίγει η αβαρής βία της δικής μας συνείδησης.

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

-1

Μια εικονική πραγματικότητα που δε συνέβη ποτέ

Είναι σα να είμαι δέσμιος με μια διάπυρη σφαίρα που δε μπορώ να αποχωριστώ και η ανθρωπότητα ακόμα δεν έχει εφεύρει καταπραϋντικά για τις διάπυρες σφαίρες. Αυτή η σφαίρα καίει ότι πλησιάσει, το καταστρέφει, χωρίς ελπίδα επούλωσης. Σιγά σιγά λιώνω, καίγομαι, πεθαίνω με έναν από τους πιο επώδυνους τρόπους που θα μπορούσε να σκεφτεί ποτέ βασανιστής.


Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

0

Ο θανατός μου

και όλη η ομορφιά που είχαμε είναι η άρνηση του θανάτου μας
Λοιπόν και πάλι μαζί. Δεν γνωρίζω για πόσο. Δεν γνωρίζετε ποιός και πότε. Είμαι πολύ μικρός και ταυτόχρονα δε χωράω πουθενά. Πάντα μιλούσαμε για θάνατο. Τον δικό μας θάνατο. Μετρήσαμε χρόνια προσδοκώντας την χαρά. Υπήρξαμε ανέκαθεν ένα σκοτεινό δωμάτιο. Και τώρα που γίναμε σκιές φλερτάρουμε με την παυσίπονη αύρα του θανάτου.
Προβλέψαμε το μέλλον προβάλλοντάς το ανώδυνα σε εραστές, που επάξια ήσαν ανακλάσεις του τέλους. Ίσως ήμαστε περισσότερα από όσα η αντίληψη του παρόντος μας υποδείκνυε. Είδαμε το μέλλον. Και είδαμε το τέλος. Όλοι θα έχουμε ένα τέλος. Κάποιοι από εμάς θα φύγουν πλήρεις ημερών, άλλοι θα φύγουν νοσούντες ψυχικά ή σωματικά. Και ανάμεσα σε αυτούς και οι ιδανικοί αυτόχειρες.
Από τη στιγμή που γεννηθήκαμε, αρχίσαμε να πεθαίνουμε. Και συσσωρεύσαμε θανάτους όσο περνάγανε τα χρόνια. Αποδομηθήκαμε. Χρειαζόμαστε όλο και περισσότερη ενέργεια για να νικάμε τον δεύτερο θερμοδυναμικό νόμο. Κι αυτή ακριβώς η αυξανόμενη ανάγκη μας θυμίζει πως φυσικά θα χάσουμε στο τέλος, τη στιγμή που δε θα μπορέσουμε να δώσουμε στον εαυτό μας την αναγκαία ισχύ. Λοιπόν, αυτό που οι άλλοι ονομάζουν θάνατο, δεν είναι παρά η κατάληξη μιας διαδικασίας που άρχισε με την ίδια τη ζωή. Κι αυτό που είναι το οδυνηρό με τον θάνατο --τουλάχιστον για 'μένα, δεν είναι η στιγμή που συμβαίνει, αλλά όλο εκείνο το αναποφάσιστο διάστημα που συνειδητά τρεμοπαίζουμε με την ιδέα του. Που σαν στοιχειώδη σωματίδια βρισκόμαστε ταυτόχρονα κι εδώ κι εκεί. Που σαν στοιχειώδη σωματίδια περιμένουμε ένα φαινόμενο σήραγγας να μας βγάλει από το πηγάδι της ζωής.
Γίναμε ανεπαρκείς σκιές
και ώρα θαρραλέα να αποσυρθούμε
Τα απομεινάρια που ελπίζαμε ως χτες
θα πάψουμε μάταια να πενθούμε
Λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες, θα αρχίσουμε να μετράμε αντίστροφα --δεν ξέρω από που θα αρχίσουμε να μετράμε, για το τέλος. Δεν είναι τετριμμένο, θέλει θάρρος, δεν είναι βέβαιο, ούτε σαφές. Δεν είναι άσχημο, γιατί τότε
θά 'μαστε όμορφοι, γελαστοί
γαλήνιοι κι ευτυχείς