Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Ίσως ένα κλικ μακρυά

Ένα κλικ και όλα γύρω μου θα αρχίσουν να παραμορφώνονται, σα θεωρία σχετικότητας σε υψηλές ταχύτητες. Η σκέψη μου, θα είναι εδώ, εκεί παραπέρα, διαλυμένη στα πρωταρχικά της μέρη, όπως λέμε κόκκινες στιγμές σε άγραφο πίνακα. Όπως μιλάμε για την απώλεια του ρω και τα κατεστραμμένα υποσυστήματα. Σαν σκιές από σύρματα λιωμένα, ρέουσες γραμμές, ποταμοί τρόμου και οδύνης. Όπως δε μιλάμε πια γιατί έχουμε περάσει στο επόμενο επίπεδο, που στερείται ρητών νοημάτων αλλά κυρίως παυσίπονων. Κι όλα θα τελειώσουν, όπως άρχισαν, από μια ατυχή ενσυνείδητη διαταραχή του τίποτα.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Η ουσιώδης ανωμαλία

– "Τί σας πονάει περισσότερο," ρώτησε
– Πως δε μπορώ να βρω ανθρώπους να σταθούν δίπλα μου, όπως το φαντάζομαι. Και πως οι ανάγκες μου μένουν να εκκρεμούν, και αυτό είναι που πονάει περισσότερο. Είναι όπως ένας άνθρωπος πεινάει και δε βρίσκει τροφή. Μόνο που εδώ μιλάμε για τροφή της ψυχής.
– Και αυτό που φοβάστε περισσότερο;
– Είναι πως θα μεγαλώσω και θα συνεχίσω να ζω έτσι. Πως θα κυριαρχεί ο πόνος στη ζωή μου και θα έχω κενά που δε θα μπορώ να καλύψω.
– Σε αυτό εδώ το σημείο, θα ήθελα να σας τονίσω πως όλοι μας, είμαστε κατ' ουσίαν μόνοι. Μόνοι μας ερχόμαστε στη ζωή, μόνοι μας πορευόμαστε και –κυρίως– μόνοι μας θα φύγουμε. Και πως, οι άνθρωποι που περιμένετε να έρθουν να σταθούν στις θέσεις που τους έχετε ετοιμάσει, μπορεί και να μην έρθουν ποτέ. Σας προτείνω αφενός να συμφιλιωθείτε με αυτή την ιδέα, αφετέρου να δοκιμάσετε με λιγότερο ιδανικές καταστάσεις. Αλλιώς κινδυνεύετε να πραγματοποιήσετε τους φόβους σας.

Είχαν περάσει βδομάδες από τότε που είχε επαφή επικοινωνίας με άνθρωπο τελευταία φορα, και η ατμόσφαιρα τα τελευταία βράδυα στο σπίτι δεν ήταν ανεκτή. Ευτυχώς τα δύο προηγούμενα βράδυα εργαζόταν, και αυτό την έκανε να αλλάζει κάπως παραστάσεις. Αλλά σήμερα τα πράγματα ήταν άσχημα. Πνίγοταν. Η ώρα ήταν περασμένες 2 τα ξημερώματα και πήρε την απόφαση να βγει μια ακόμα βόλτα με το ποδήλατό της. Στην παραλιακή.

Αν και πάει καιρός από τότε που αποχαιρέτησε εκείνο τον άντρα στο σταθμό, εκείνο το φθινοπωρινό μεσημέρι, δεν κατάφερε να ξεχάσει τις μνήμες από τον άνθρωπο αυτόν. Είπε στον εαυτό της, πως καθώς ο χρόνος υπάρχει για να εξομαλύνει αναμνήσεις οδυνηρές από ανθρώπους και ιστορίες, θα περίμενε πως σιγά σιγά ίσως ξέχναγε. Ίσως και πάλι γινόταν δέκα χρόνια μικρότερη και ξεκίναγε πάλι απ' την αρχή, από εκει που τα πράγματα ήταν φωτεινά κι αισιόδοξα τότε, που ήταν πιο νέα. Που δεν ήξερε. Και είπε στον εαυτό της πως, για λίγο καιρό δε θα βλέπει πολλούς ανθρώπους, γιατι της φαίνονταν αιχμηροί και οχι καλοπροαίρετοι. Και κυρίως, αισθανόταν ξένη αναμεταξύ τους. Και διαφορετική, σαν ένα μελανό στίγμα σε άσπρο πίνακα. Δεν είχε πια διάθεση να προσπαθήσει άλλες ανθρώπινες σχέσεις για λίγο καιρο. Όπως μια πληγή, που δεν την πειράζεις, αλλά την αφήνεις ήσυχη, περιμένοντας να επουλωθεί. Και πράγματι, άρχισε να χάνεται σιγά σιγά απο φιλους και γνωστούς, και παράλληλα έβλεπε πως κι αυτοι δεν την έψαχναν –πράγμα που μέσα της επιβεβαίωνε ότι η παρουσία της ήταν τελικά μάλλον αδιάφορη. Και στεναχωρέθηκε κάπως, αλλά πείσμωσε πως θα συνεχίσει μόνη της. Και είπε πως θα διαβάζει τα βιβλία της, όποτε έχει καθαρό μυαλο, που τα βιβλία, δε θα την πρόδιδαν ποτέ. Και είπε πως θα βγαίνει και βόλτα με το ποδήλατό της, που ούτε κι αυτό την είχε προδόσει ποτέ τόσα χρόνια. Αχ να ήταν ζωντανό το ποδήλατο, να του έλεγε πόσο πολύ χαίρεται που υπάρχει στη ζωή της.
Κι έτσι πέρασε κι άλλος καιρός, μα τα πράγματα δε γινόταν καλύτερα. Το σκοτάδι απλωνόταν ολοένα και περισσότερο, και οι μέρες δεν ξημέρωναν, σαν κάποιος να είχε κλέψει το φως.

Πέρασε ξυστά δίπλα της ένα αμάξι με μεγάλη ταχύτητα και της διέκοψε τον ειρμό της σκέψης. Θα μπορούσε να την είχε χτυπήσει αυτό το αμάξι –που δε φαινόταν να πήγαινε και πολύ καλά. Σάββατο βράδυ ήταν, παραλιακή, λογικό, τόσοι μεθυσμένοι άνθρωποι οδηγούν. Ένας ακόμα. Κι αν τη χτύπαγε; Ένας άνθρωπος λιγότερος. Ένας δυσλειτουργικός άνθρωπος λιγότερος. Μία επίσκεψη λιγότερη στον ψυχίατρο. Αρκετά κουτιά ψυχοφάρμακα λιγότερης κατανάλωσης. Άραγε τι θα σκεφτόταν ο γιατρός της αν στο επόμενο ραντεβού της δεν πήγαινε; Αν όλα τέλειωναν εκει;

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Η χημεία

It 'll blow your mind, back to how it was

Όσα χρωματιστά χαπάκια κι αν πάρεις, αυτό το γκρι έχει ποτίσει πολύ βαθιά μέσα σου για να ξεπλυθεί από μερικές χούφτες αλχημείας.

Η ουσία

Ήρθε το καλοκαίρι κι εγώ δε γίνομαι καλά

Κι έφτασα σαν κάθε που σε πίνω, να περιμένω το επόμενο πρωι να σηκωθώ και νά 'χει νόημα η μέρα. Και είπα πως κάθε βράδυ θα παίρνω κι ένα βιβλίο δίπλα μου, για να μη σκέφτομαι προβλήματα ανθρώπινα, μα μαθηματικά, αυτά δηλαδή που λύνουν οι άνθρωποι κι όχι αυτά που δημιουργούν. Αλλά το πρωι που ανοιγω τα μάτια μου, ο κόσμος ειναι γύρω μου το ίδιο σκοτεινός όπως και το βράδυ. Και εγώ νοιώθω βαρύς και δυσκίνητος και λέω μέσα μου, πως από αύριο ίσως τα πράγματα γίνουν καλύτερα. Κι έτσι περνάει το αύριο και το κάθε αύριο. Και είπα μέσα μου, να μην ξαναμιλήσω γιαυτό που βιώνω, σε άλλους ανθρώπους, μήπως και το πιστέψω και δω λίγο φως κι εγώ. Κι έχω και αυτή τη ζαλάδα τη μόνιμη, που υποτίθεται θα μου χαρίσει ένα παυσίπονο. Αρχίζω και πιστεύω πως δε θα γίνω ποτέ καλά, πως είμαι ο από λάθος άνθρωπος. Αλλά δεν αντέχω και κάπου θέλω να μιλήσω να φωνάξω, μέσα στην υπνηλία μου, να ζητήσω τη γαλήνη. Και λίγη στοργή. Ω, η ζωή είναι τόσο μικρή. Τόσο μικρή για να βασανίζομαι τόσο, για να περιπλανώμαι στα σκοτάδια. Τόσο μικρή και τόσο μεγάλη. Ήθελα να πάψω να έχω τόσο σκοτάδι, ήθελα να σκέφτομαι λιγότερο, ήθελα να κάνω όνειρα που δεν είναι εφιάλτες. Και να αισθανθώ ένα κλικ όμορφα, να χαρώ τη μέρα, το φως, σαν και τους υπόλοιπους ανθρωπους.