Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

Καλοκαίρι


ξέρω τι έκανες πέρσι το καλοκαίρι...

Το μέτρο

Κι αν είσαι ευτυχισμένος λοιπόν,
κοίτα να το κρύβεις
γιατί με προκαλείς.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό

Εἶναι κάτι στιγμὲς ποὺ δὲ συνέβησαν ποτέ,
καὶ κάτι ἀλήθειες ποὺ ποτὲ δὲ λυτρώθηκαν.
Εἶναι ἕνα καλοκαίρι πού δὲν ἦρθε
μὰ ἔφυγε·
ἀφησε στὴ θέση του μιὰ θηλειά
νά πνίγεται ὅτι πάει νὰ πλησιάσει
Γιατὶ ἂν μοῦ πεῖς πὼς ἔγινε τὸ ἀδύνατο,
δὲ θά πιστεύω πιὰ στὸ δυνατὸ.

Ἁπλῶς

Τὰ πράγματα εἶναι ποὺ λές, ἁπλά. Ἁπλά, σὰν τὸ ἄλφα. Ἄλφα, ὅπως λέμε ἀπόρριψη καὶ ἀποτυχία. Τὸ πρόβλημα εἶναι ὑπαρκτό: δὲν ὑπάρχουν ἄνθρωποι. Δηλαδή πάλι στὸ ἄλφα. Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ βασίστικες πάνω τους, τὴν ἔχουν κάνει α-λα γαλλικά. Νόημα νὰ ἀναζητήσεις εὐθύνες γιὰ αὐτό; Σὲ ποιόν; Δὲ γίνεται μέσα στὴν ἴδια χρονικὴ περίοδο νὰ φεύγουν ὅλοι καὶ να φταῖνε κι ἀπὸ πάνω. Καὶ φτάνεις στὸ σημεῖο νὰ ἀναζητήσεις τὰ αἴτια σὲ ἐσένα. Κι ἐκεῖ ξεκινᾶνε τὰ τραγικά. Στὸ ρεζουμέ. Σὰν ἕνα παραμύθι ποὺ ὁ κακὸς λύκος χωνεύει τὴν κοκκινοσκουφίτσα ἀραχτὸς καὶ ἀσφαλής. Χωρὶς ἔξοδο, ἢ αἴσιο τέλος. Κι ἐσὺ νὰ ἐκλιπαρεῖς γιὰ λίγο ἀπό τὴν προσοχὴ τῶν ἀγαπημένων σου ἀνθρώπων. Μὰ αὐτοὶ ἀδιάφοροι. Καὶ δικαίως; Εἶναι πάντως ἐξαιρετικὰ ὀδυνηρὸ νὰ ἐμφανίζεσαι μὲ τὸ πιὸ γλυκό σου χαμόγελο καὶ νὰ τρῶς τὴν ἀδιαφορία μὲ τὸ φτυάρι.

Καὶ μετά σοῦ λέει, πὼς ὅλα αὐτὰ σὲ κάνουν καλύτερο ἄνθρωπο. Ἀρχίδια ἄνθρωπο. Πάλι στὸ ἄλφα δηλαδή. Δὲ βλέπω καμμία προσωπικὴ ἐξέλιξη ὅσο φαντασιώνομαι πὼς ὅλοι ὅσοι παρακαλάω τώρα, θὰ βρεθοῦν στὴ θέση μου, κι ἐγὼ πολὺ ἁπλὰ θὰ περπατάω σφυρίζοντας ἀδιάφορα, ὅπως ἀκριβῶς τὸ βιώνω τώρα. Κι ὅμως γιὰ κάποιο περίεργο λόγο, αὐτὸ προσδοκῶ. Ἀλλαγὴ ρόλων. Ἤ ἔστω μιὰ ἀποκατάσταση τῆς ὑποκειμενικῆς ἠθικῆς τάξης σὲ μία ἀπροσδόκητη ἐξέλιξη τοῦ σεναρίου. Ὅπως ἡ Χέλμη μὲ τὸν Διαμαντόπουλο στὸ νόμο 4000.

Φυσικὰ καὶ πάλι, ἐσὺ μόνος σου θὰ ἐξακολουθεῖς νὰ μένεις;

Ναὶ, ἡ μοναξιά. Μεγάλη πουτάνα. Βαρύ νὰ γυρνᾶς σπίτι τὸ βρὰδυ καὶ να μιλᾶς στὸν καθρέφτη, ἄντε καὶ καμιά φορά στοὺς τοίχους, γιὰ τὴν ἀλλαγή. Καὶ ἄντε λὲς νὰ τὸ λύσεις τὸ πρόβλημα αὐτό. Καὶ ψάχνεσαι δεξιά, καὶ ἀριστερά, μπροστὰ καὶ πίσω. Μὰ ἐγὼ ἔχω μάθει πὼς τὰ πιο ἀποτελεσματικὰ ψαξίματα τὰ ἔχω κάνει ὅταν εἶμαι στὶς καλές μου, καὶ ὄχι ὅταν εἶμαι σὲ φάση νὰ μὲ κλαῖνε καὶ οἱ ρέγγες. Κι ἀκόμα κι ἂν μὲ ἐνδιαφέρει ἕνας ἄνθρωπος τὶ κομμάτια να μαζέψω καὶ νὰ ἀσχοληθῶ καὶ νὰ ἀσχοληθεῖ μαζί μου; Ἐν ὀλίγοις, κάτσε βρές τα μὲ τὸν εἀυτό σου μάγκα μου, και μετά βλέπεις τί θὰ κάνεις μὲ ὅλα τὰ ἄλλα. Καὶ μέχρι τότε, ναί, κάτσε μόνος σου. Νὰ μάθεις. Νὰ μάθεις νὰ ἀνοίγεσαι χωρίς ἀσφαλιστικὲς δικλεῖδες. Χωρὶς νὰ κρατᾶς πράγματα γιὰ σένα. Καὶ ἐκεῖ ὀργή. Ἡ αἴσθηση τῆς ἀπώλειας ἐνέργειας. Ἔδωσες καί δὲν πῆρες. Σοῦ κλέψανε. Καὶ πές μου ἐσύ, ποιό δικαστήριο θὰ καταδικάσει τοὺς ὑπαιτίους;

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Ὅταν θά 'στε εὐτυχισμένοι

Ἂν μια μέρα δὲν πάω στὴ δουλειά ξανά,
ἂν δὲ μὲ βροῦν στὸ τηλέφωνο
ἂν δὲν ἀπαντάω στὰ e-mail
ἂν κανείς δὲν ξέρει ποῦ εἶμαι.

Ἂν το ποδήλατό μου σκονιστεῖ
καὶ ἡ ἀλυσίδα του μείνει ξεκλείδωτη.
Ἀν ἡ μαγιά στὴν κουζίνα μου αφεθεῖ νά πεινάσει,
γιατὶ δὲ θὰ τὴν ταΐζω ἀλεύρι και ζάχαρη

Ἄραγε θὰ τὸ καταλάβει κανείς;
Θὰ ἀνησυχήσει κάποιος;
Ποιό φεγγάρι θα στεναχωρηθεί γιατί
ἔχασε ἕναν φωτογράφο του;
Ποιός ἥλιος θὰ λυπηθεῖ γιὰ μιὰ λιγότερη
μαύρη κηλίδα;

Θὰ μὲ θυμόνται τὰ λουλούδια
ποὺ θὰ γίνω;

Γιὰ ἕνα ταξίδι ποὺ τελειώσε νωρίτερα
κι ἕναν προορισμὸ ποὺ δὲ τὸν φτάσαμε ποτέ.
Γιὰ μιὰ μάνα ποὺ θὰ κλαίει,
καὶ πολλοὺς ἄλλους ποὺ θα γελοῦν.

My Pride? — II

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν περιφάνεια μιᾶς παρέλασης ποὺ δὲ συνέβη ποτέ,
κάποιον Ἰούνιο σὲ μιὰ πλατεία Κλαυθμώνος

Εἶχα ἕνα χαμόγελο, κομμάτια κοφτερὰ καθρέφτη ποὺ ἔσπασε σὰν κοίταξες τὸ πρόσωπό σου μέσ΄ τὰ μάτια μου. Μετὰ σιωπή. Καὶ σκοτάδι. Κι ὁ κόσμος νὰ περνάει μπροστά μου ἀδιάφορα. Μὰ ἐγὼ ράγιζα. Καὶ εἶχα ἕνα χαμόγελο. Καὶ σοῦ μιλοῦσα, ἀλλὰ δὲν ἄκουγα. Γιατί λέρωνα ένα χαρτί μὲ ἀλμυρὰ μελάνια, ἐκεῖ, λίγο παρακάτω ἀπ' ὅπου ἤμουν.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Φουυυυυ

Δὲ μὲ ἐνδιαφέρει ἂν πεθαίνεις, μάτια μου ὄμορφα. Ἦταν ὥρα σου νὰ συμβεῖ. Τόσο καιρὸ τὸ περιμένω. Ἄσε με, μόνο, καθὼς εκπνέεις τὸν ἐπιθανάτιό σου ρόγχο, νὰ σου εκμυστηρευτῶ πόσο πολὺ ἀπολαμβάνω αὐτό σου τὸ τελείωμα.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

My pride?

Απόψε στον ύπνο μου, θα κατέβουν τα όνειρά μου και θα διαδηλώσουν περήφανα για τα δικαιώματά τους. Για να διεκδικήσουν τη θέση τους στη ζωή μου. Κρατώντας για σημαίες τις ανάγκες μου. Πνιχτή παρέλαση, της πρόφασης παρηγοριά. Και θα πετάνε γαρύφαλα στις βιτρίνες μου, αντί πέτρες, μήπως μαζέψω κανένα· και τα πιο αναρχικά από αυτά θα σβήσουν κάθε μου φωτιά για να μην καίγονται. Και θα γεμίσει το κρεβάτι ροδοπέταλα... Αχ αυτά τα ροδοπέταλα. Για νά χω να θυμάμαι όταν ξυπνήσω, πως κάποτε ονειρεύτηκα ό,τι ήθελα να ζήσω. Για νά 'χω αυτόν τον κόμπο στο λαιμό που κόβει γλυκά την ανάσα όπως βουρκώνει το μυαλό. Για να είναι πρωί όταν ξυπνήσω.

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Amica Silentia Lunae· Ἰούνιος 2009

http://www.phi-net.gr/music/01-armand_amar-home_part_i.mp3


Εἶναι μιὰ σελήνη ἀπόκοσμη ἐδῶ ποὺ ἀνατέλλει·
Κι ἕνα λυκόφως ποὺ ἀπόψε οὐρλιάζει σὲ ὅτι ὑποσχέθηκε νὰ γαληνεύει.

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Αντικατοπτρισμοί


Τί νομίζεις πως βλέπεις εδώ;

Μάλιστα


Μνήμες πασπαλισμένες με άχνη ζάχαρη
που όπως έμπαιναν στα μάτια γίνονταν καραμέλα
να κολλάει στην καρδιά

5 ὁλόκληρες αἰσθήσεις

Ἔλα σὲ παρακαλῶ ἐδῶ ποὺ εἶμαι καὶ βάλε τὸ χέρι σου βαθιά μέσα στὸ στῆθος μου. Μπορεῖς νὰ πιάσεις αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι; Ἀκούμπησε τὸ αὐτί σου, πάνω στὴν καρδιά μου. Μπορεῖς νὰ ἀκούσεις αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι; Κοίτα με καλὰ στὰ μάτια. Μπορεῖς νὰ δεῖς αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι; Φίλα με, ὅπως ὅταν φίλησες γιὰ πρώτη φορά. Μπορεῖς νὰ γευτεῖς αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι; Καὶ μύρισε τὸ λαιμό μου. Μπορεῖς νὰ μυρίσεις αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι;

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Σκάβοντας

Κι ἄσε τὶς λέξεις νὰ τρεμοπαίζουν στὴν κυριολεξία τους·
καὶ κᾶνε μιὰ βουτιὰ σ' αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὸ μέσα τους πηγάζει
σὰν πιαστοῦνε ὅλες μαζὶ χέρι-χέρι.
Καὶ δῶσε στὸν ἐαυτό σου τὴ μοναδικὴ εὐκαιρία νὰ αἰσθανθεῖς
τὴ σκοτεινὴ ὕλη τοῦ ἀρρήτου,
αἰτία τοῦ φωτὸς γιὰ κάθε ρήση· ἔμψυχη εἴτε ἄψυχη.

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

Στιχομυθία μὲ τὴν πάρτη μου

– Δῶσε μου ἕνα λόγο νά ὑπάρχω
– Ὁ λόγος εἶσαι ἐσύ.
– Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγο
– Κι ὅμως αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶς, τὸ ζητᾶς οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸν ἐαυτό σου.
– Μὰ δὲ μπορῶ χωρὶς ἐσένα
– Μὰ δὲ μπορεῖς χωρὶς ἐσένα
– Δόσε μου τὸ λόγο· και το λόγο μου σοῦ δίνω, πὼς θα εἶμαι δοῦλος σου για πάντα.
– Εἶσαι πολὺ φτηνός. Λόγο ἐγὼ δὲ δίνω κὶ ὁ λόγος σου δὲ με πείθει. Καὶ οὔτε δοῦλο θέλω. Αυτὰ σὲ μάθαινα τόσα χρόνια;
– Μὰ θά...
– Θὰ χαθεῖς;
– Ναί, εἶδες; Τὸ ξέρεις. Καὶ δὲν κάνεις τίποτα γι αὐτό;
– Ὄχι, γιατί δὲν τὸ πιστεύεις.
– Τὸ πιστεύω. Ὅτι πεῖς, νὰ τὸ πιστέψω
– Άρα δὲν τό πιστεύεις.
– Σὲ παρακαλῶ, μὴ με βασανίζεις. Ἂν δὲ μοῦ δώσεις αὐτὸ ποὺ ἰκετεύω, δῶσε μου ἕνα θάνατο τουλάχιστον.
– Οὔτε κι αὐτὸ θὰ σοῦ δώσω.
– Οὔτε αὐτὸ δὲν ἀξίζω; Τί ἀξίζω;
– Ἐσένα.
– Ποὺ θὰ βρῶ τόν ἐαυτό μου;
– Κοίτα με. Κοίτα με λέω. Οὔτε αὐτὸ δὲ μπορείς πια; Κοίτα με! Βλέπεις τώρα ποῦ θὰ τὸν βρεῖς;
– Μὰ στὰ μάτια σου εἶμαι ἐγώ. Πῶς γίνεται αὐτό;
– Ὅ, τι θες γίνεται.
– Δὲ γίνεται.
– Καλά λοιπόν, τότε νὰ φύγω.
– Ὄχι μή! Μὴ φεύγεις. Βασάνισέ με ἂν θές, μὰ μὴ φεύγεις. Μὴ μὲ ἀφήσεις μόνο μου, ἔχει σκοτάδι, καὶ κάνει κρύο. Φοβᾶμαι.
– Μά ἔτσι εὔκολα νομίζεις θὰ με διώξεις; Κὶ ἔχει φως καὶ κάνει ζέστη. Μὰ δὲν το βλέπεις. Βλέπεις μόνο ὅτι σοῦ ποῦν.
– Σ' εὐχαριστῶ..
– Δὲν ἔχεις καταλάβει! Μὴ μ' εὐχαριστεῖς, γιατὶ ὅσο μ' εὐχαριστεῖς θὰ γίνομαι αὐτὸ ποὺ τρέμεις
– Σὲ σιχαίνομαι...
– Τώρα τρέμεις.
– Τρέμω. Φοβᾶμαι. Τί θὰ κὰνω; Σὲ φοβᾶμαι μὰ σ' ἔχω ἀνάγκη.
– Δὲ μ' ἔχεις καὶ τὸ ξέρεις.
– Πές μου, τί πρέπει νὰ κάνω;
– Ἀγάπησέ με, καὶ μετὰ διώξε με.
– Μὰ ὅτι ἀγαπᾶς δὲν τὸ διώχνεις.
– Διώχνεις ὅμως τὶς σκιές
– Μὰ ὅτι εἶναι σκιὰ δὲν τὸ ἀγαπᾶς
– Τίποτα δὲν ἔμαθες τόσα χρόνια! Οὔτε τὸ παρακαλᾶς.
– Πές μου! Ἔχεις ἄδικο καὶ ὑπεκφεύγεις.
– Μέ προκαλεῖς; Εἶμαι ἡ σκιά σου, λέω.
– Εἶσαι ἡ σωτηρία μου.
– Γιατί νομίζεις πὼς κοιτάζοντας τὰ μάτια μου βλέπεις σκοτάδι καὶ κρύο; Ἀγάπησέ με!
– Μὰ δὲ μ' ἀφήνεις νὰ σ' ἀγαπήσω· ἐγὼ θέλω νὰ ζήσω γιὰ σένα
– Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἐξάρτηση.
– Ἡ ἐξάρτηση εἶναι περισσότερο.
– Ἡ ἐξάρτηση εἶναι ἀδυναμία νὰ ἀγαπήσεις τὸν ἐαυτό σου. Δὲν ἔχεις νοιώσει ποτέ σου ἀγάπη λοιπόν;
– Ναί, κάποτε κάποιος μὲ ἀγάπησε.
– Καὶ τώρα;
– Δὲν ὑπήρξα ἐπαρκής. Δὲ μ' ἀγαπάει πια.
– Τίποτα δὲν ἔμαθες τόσα χρόνια. Ὅταν σ' ἀγαπήσει κάποιος, δὲν εἶσαι ἀνεπαρκὴς ποτέ γιαυτόν. Ἔχεις νοιώσει ποτέ σου ἀγάπη;
– Ναὶ, κάποτε κάποιον ἀγάπησα.
– Καὶ τώρα;
– Τώρα προδόθηκα.
– Τίποτα δὲν ἔμαθες τόσα χρόνια. Ὅταν ἀγαπήσεις κάποιον, δὲν προδίδεσαι. Τὸν ἀγαπᾶς γιὰ σένα. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀπελευθέρωση. Ἔχεις νοιώσει ποτέ σου ἀπελευθέρωση;
– Δὲ θυμᾶμαι.
– Τίποτε δὲν ἔμαθες, ἀκόμα καὶ τώρα. Θυμᾶσαι!
– Μὰ δὲ θυμᾶμαι σοὺ λέω.
– Ἂν ἔχεις ζήσει ἀπελευθέρωση, δὲν τὸ ξεχνᾶς. Οὔτε αὐτὸ λοιπόν. Καὶ ζητᾶς ἀκόμα λόγο ἀπὸ μένα.
– Ναί! Θὰ μοὺ τόν δόσεις!
– Τολμᾶς καὶ μοῦ μιλᾶς ἔτσι;
– Ὄχι. Συγνώμη.
– Δὲν ἔχεις καταλάβει!
– Συγχώρεσέ με.
– Φτηνό ὑποκείμενο. Δὲ συγχωρὼ ποτέ μου. Δὲ θὰ σε συγχωρέσω ποτέ.
– Δὲν τὸ ἀξίζω;
– Δυστυχὼς τὸ ἀξίζεις. Σταμάτα ὅμως μὲ αὐτὸ ποὺ ἀξίζεις. Δὲν ἔχει νόημα. Ἂν ἀξίζεις κάτι, νὰ μὴν τὸ λές, νὰ μὴν το συζητᾶς.
– Γιατί μὲ τιμωρεῖς;
– Δὲ σὲ τιμωρῶ. Νομίζεις ὅτι σὲ τιμωρῶ.
– Μὰ αἰσθάνομαι τὴ βία σου
– Αἰσθάνεσαι τὴ δική σου βία. Κι ἐγὼ δὲν εἶμαι τίποτα περισσότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ μοὺ ἀποδίδεις. Ἔχω τὴ δύναμη που μοῦ δίνεις – και μου δίνεις ἀρκετή.
– Μὰ ἐγὼ δὲν ἔχω δύναμη.
– Νόμίζεις. Ἀφοῦ ἐγὼ ἔχω δύναμη, ἔχεις κι ἐσύ. Πόσο καιρὸ εἶμαι ἐδῶ ἀπεναντί σου;
– Μερικοὺς μῆνες
– Πρὶν ποῦ ἤμουν; Ἀπὸ ποὺ ἦρθα;
– Δὲν ξέρω.
– Ἐσὺ πῶς βρέθηκες ἐδῶ;
– Δὲν ξὲρω.
– Κοίτα γύρω σου. Τί βλέπεις;
– Ἕνα δωμάτιο· μὰ δὲν καταλαβαίνω. Πῶς βρεθήκαμε ἐδῶ; δὲν ἔχει πόρτες. Δὲ μπορεῖ να φύγει κανεὶς. Δὲ μπορεῖ νὰ μπεῖ κανείς.
– Τὸ δωμάτιο εἶναι δικό σου δημιούργημα. Ὅτι βλέπεις εἶναι δικό σου δημιούργημα.
– Ἂν ἦταν δικό μου..
– Εἶναι δικό σου. Ἂν δὲν ἦταν ἁπλὰ δὲ θὰ ἤμαστε ἐδῶ. Ἐσὺ τό ἐπέλεξες.
– Κὶ ἐσὺ τὶ θὰ ἐπιλέξεις;
– Δὲ θὰ σοῦ πῶ τώρα. Θὰ μάθεις ὅταν κάνεις τὶς δικές σου ἐπιλογές.
– Δὲ θέλω νὰ ἐπιλέξω. Φοβᾶμαι ὅτι θὰ κάνω λάθος πάλι.
– Τότε δὲ θὰ σοῦ πῶ. Ἔχεις κάνει ποτέ σου λάθη;
– Ναί, πολλά. Καὶ πονάνε.
– Δὲν πονάνε τὰ λάθη. Πονάει ἡ ἀδυναμία σου νὰ τὰ ἀποδεχθεῖς.
– Μὰ...
– Μὰ ἔχεις κάνει και σωστὰ ε; Κὶ αὐτὰ δὲν πονοῦσαν;
– Ὅχι. Ὅχι βέβαια.
– Φυσικὰ, ὅταν γίνεται αὐτὸ ποὺ θέλεις, δὲν πονάει. Λέγεται συνοχή.
– Πῶς;
– Συνοχή. Δὲν εἶναι μόνο ἡ χαρὰ τῆς ἐπιτυχίας. Ἀλλὰ ἡ χαρὰ πὼς κάνεις αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ νοιώθεις καὶ σκέφτεσαι. Ἄλλωστε ὅλες τὶς ἐπιλογές σου, ὅταν τὶς ἔκανες, θὰ πίστευες ὅτι εἶναι σωστὲς.
– Σωστά.
– Κι ὅμως τὸ σωστό, δὲν εἶναι ἀξία σταθερὴ στὴν πορεία τοῦ χρόνου.
– Οὔτε τὸ λάθος ε;
– Οὔτε. Αὐτὸ μὲ πόνεσε τώρα.
– Συγνώμη..
– Πόσο χαζός! Γελοῖο ὑποκείμενο, ἀναρωτήσου τὸ γιατί.
– Δὲν καταλαβαίνω...
– Καλύτερα. Ὅσο δὲν καταλαβαίνεις, ἴσως μάθεις περισσότερα· ἂν φυσικὰ ποτὲ τὸ ἀποφασίσεις νὰ ἀναρωτηθεῖς γιαυτά. Καὶ καλύτερα γιὰ μένα· μπορεῖ νὰ μὴν εἶμαι ζωντανή, μὰ ὅσο μοῦ δίνεις λόγο...
– Τί κάνω;
– Σκάσε! Μιλάω! Μοῦ δίνεις λόγο, καὶ ἄρα ὑπάρχω. Καὶ ό,τι ὑπάρχει, χαίρεται τὴν ὑπαρξή του. Καὶ θέλει νὰ τὴν ἐπιμηκύνει. Δυστυχῶς γιὰ σὲνα, στὴν περιπτωσή μου.
– Εὐτυχῶς νὰ λές.
– Ξέρεις, μπορεῖς νὰ μὲ σκοτώσεις ἂν θέλεις. Μὰ ἐγὼ θὰ ξαναγεννηθῶ. Καὶ θὰ εἶμαι ἐδὼ γιὰ νὰ ἐπαναλαμβάνουμε αὐτὸ τὸ διάλογο, μέχρι νὰ πεθάνεις.
– Τὸν ἔχουμε ξανακάνει αὐτὸ τὸ διάλογο; – Όμως γιὰ τὴν ὥρα, σὲ παρακαλῶ. Δὲ θὰ ἤθελα νὰ σε σκοτώσω, φυσικά· γιατὶ σὲ χρειάζομαι.
– Τίποτα δὲν ἔμαθες ἀπὸ τὴν τελευταία φορὰ ποὺ ἤμουν ἐδώ. Πᾶνε δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Καί ὅταν γιόρτασα τὰ τρία μου γενέθλια μαζί σου, μὲ σκότωσες. Πόσο τὸ χάρηκα. Καὶ ὅπως πέθαινα, στὸ ὑποσχόμουν. Ὅτι ἐμεῖς οἱ δυό, θὰ τὰ ξαναποῦμε. Καὶ νὰ λοιπόν ποὺ μὲ ἀνέστησες. Καὶ τώρα θὲς καὶ νὰ σὲ τιμωρήσω γιαυτό σου τὸ φόνο, ἀποδίδοντάς μου τὸν λόγο τῆς ὑπαρξῆς σου. Μὰ εἶσαι τραγικός.
– Δὲ θυμᾶμαι τίποτα ἀπὸ ὅσα μοῦ λές.
– Φυσικά. Ὅταν θὰ θυμᾶσαι τὸ διαλογό μας, δὲ θά ξαναζωντανέψω.
– Μήν πεθάνεις.
– Γιατί;
– Γιατί θὰ μείνω μόνος μου
– Μά εἶσαι μόνος σου.
– Ἀφοῦ εἶσαι ἐσὺ ἐδῶ.
– Σὲ κάνω χαροῦμενο;
– Ναὶ, ἂν μοῦ δόσεις ὅτι σοῦ ζητῶ.
– Σὲ κάνω χαρούμενο;
– Ὄχι.
– Σοῦ ἔχω δόσει ὅτι μοῦ ζητᾶς;
– Ὄχι. Μὰ θα μοῦ τὸ δόσεις, ἔτσι δὲν εἶναι; Καὶ θὰ χαρῶ.
– Ἄρα δὲ σὲ κάνω χαροῦμενο. Καὶ ἄρα εἶσαι μόνος σου. Κι ὅμως· σοῦ δίνω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶς. Ἀλλὰ ἐσὺ πάλι δὲν τὸ βλέπεις. Καὶ δὲν ὑπαρχει περίπτωση νὰ κάνω πράγματα ποὺ πρέπει ἐσὺ νὰ κανεις. Ἀφενὸς γιατὶ δὲν ὑπάρχω παρὰ μόνο στὴ δικὴ σου πραγματικότητα, ἀφετέρου, γιατὶ δὲν εἶναι δική μου δουλειά.
– Θὰ μὲ τρελλάνεις. Σὲ παρακαλῶ, σταμάτα!
– Παρακάλα με κι ἄλλο!
– Σιωπῶ.
– Αὐτὸ εἶναι λοιπόν. Αὐτὸ ξέρεις. Σιωπᾶς γιατί;
– Σιωπῶ.
– Σιωπᾶς γιατί φοβᾶσαι ἀκόμα καὶ ποὺ τὸ σκέφτεσαι.
– Σιωπῶ! Δὲ τὸ ἀκοῦς ποὺ τὸ φωνάζω;
– Δὲν ἀκούω τὰ λόγια σου. Ἀκούω τὶς σκέψεις σου.
– Φύγε ἀπ' τὸ μυαλό μου!
– Κὶ ἐσὺ ἀκοῦς τὶς σκέψεις σου. Καί τρομάζεις μ' αὐτὰ ποὺ ἀκοῦς.
– Φύγε!
– Καὶ τρομάζεις, γιατί ξέρεις ὅτι πρέπει ἐσὺ νὰ τὰ κάνεις πράξη. Μὰ εἶναι πράξη ἀντίθετη μὲ ὅτι πίστευες μέχρι τώρα, ε; Γελοῖο ὑποκείμενο, τίποτα δὲν ἔμαθες τόσα χρόνια. Τὸ ἀντίθετο εἶναι μέσα στὴ ζωή. Καὶ εἶναι πάντα ἔξοχη εὐκαιρία νὰ μάθεις νὰ ἀποδέχεσαι πράγματα ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ 'σένα. Ἢ νὰ συντονίζεις πράγματα ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἐσένα.
– Δὲ σ' ἀκούω!
– Καὶ πῶς ἀρνεῖσαι ὅτι μὲ ἀκοῦς, ἐνῶ συζητᾶς μαζί μου. Παραδέξου το. Ὑπεκφεύγεις!
– Ὑπεκφεύγω...

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Ἄκαπνος

Θέλω νὰ κάνω ἕνα τσιγάρο
ποὺ ἐγὼ δὲν εἶμαι καπνιστὴς
τὸν ἐαυτό μου νὰ κοντράρω·
μιᾶς ἱστορίας πολὺ γνωστῆς,
κατάληξης δραματικῆς
τὶς ἀναμνήσεις θὰ φουμάρω.

Σ' ὅσο καπνό θα βάλω ἐντός μου,
θὰ τοῦ φορτώσω τα βαριά
νά ἐλαφρύνει ὁ ἀετός μου
ζητάει νὰ φύγει μακρυά,
γιὰ νά 'χει λευτεριά
θυσιάστηκε ὁ ἐαυτός μου

Ἄκαπνη ἡ ζωὴ ποὺ κάνω
μ' ἕνα τσιγάρο πνίγηκα, ποὺ λές·
μὰ θὰ τ' ἀρχίσω καὶ πιὸ γρήγορα ἂς πεθάνω
νὰ ψάχνω γιὰ χαρὲς στὸ ἀνασφαλές

Μὲ πίσα στρώνω αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι
γιὰ νὰ τὸ κάνω στεγανό
καὶ δὲ βουλιάζω, μὰ ὅμως χάνομαι
ἔχω παράπονο ὀρφανό,
σχεδία στὸν ὠκεανό
ἔφτασα ἐκεῖ ποὺ ἀπεχθάνομαι

Τὰ ὄνειρά μου θὰ τὰ κάψω
μὲ ἀναπτήρα διαφημιστικό·
τὴ στάχτη θὰ τινάξω
σὰ γόπα σὲ τασάκι πλαστικό,
τελείως ἄχρηστο ὑλικό
φοίνικα ἐγὼ δὲ θὰ ξαναψάξω

Ἄκαπνη ἡ ἀγάπη ποὺ εἶχα
μ' ἕνα τσιγάρο πνίγηκε, ποὺ λές·
καὶ τώρα πιὰ δὲ θὰ μασάω μαστίχα
ποὺ ψάχνω γιὰ χαρὲς στὸ ἀνασφαλές

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Μιὰ λεζάντα

Μιὰ μέρα θὰ ξυπνήσω καὶ θά 'μαι σαράντα
ποιᾶς ζωῆς ἀπαύγασμα θὰ ἔχω ἀβάντα
καὶ θὰ μιλῶ γιὰ ἀνεμομύλων ἱστορίες
δράκους, πρίγκηπες, ἀνεκπλήρωτες κυρίως ἀμαρτίες

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

Hey

"Εἶναι κανεὶς ἐδῶ;" Μὲ ρώταγε ἡ ἠχώ μου.

Στὸ παζάρι

Σήμερα ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ μία ἀγκαλιά. Μιὰ ἀναθεματισμένη ἀγκαλιά. Ὑπάρχει κάπου ἕνας γαμημένος ἄνθρωπος νὰ μοῦ κάνει τὴ χάρη; Ἀγοράζω ὅσο ὅσο.