Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Κυριακή

Γύρισε σπίτι της αργά το βράδυ. Έβγαλε ήρεμα ένα-ένα τα ρούχα της, ενώ στο μυαλό της είχε καρφωθει ένα τεράστιο γιατι. Και μετά φόρεσε τις πυτζάμες της. Μηχανικά. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο να κοιτάει εκείνη τη γωνία, κι αυτό δηλαδή ούτε το πρόσεχε πού κοιτούσε. Παρά μονο σκεφτόταν πόσοι άνθρωποι. Πόσοι άνθρωποι έφυγαν. Και δίπλα της στοργικά της χάιδευε τα μαλλιά αυτή η συμπαθητική κυρία, και το χάδι της έφερνε ένα πνίξιμο βαθύ και μιά αίσθηση σα να της τραβάνε την καρδιά μέσα απο τα σωθηκά της. Κι αισθανόταν τόσο, μα τόσο μόνη.

Πήγε και έπλυνε ένα ποτήρι κι ένα πιάτο στο νεροχύτη.

Στο σπίτι ειχε ησυχία, όλοι κοιμόνταν στην πολυκατοικία αυτή την ώρα. Η γλυκιά ηλικιωμένη γυναίκα του κάτω διαμερίσματος που πάντα έφτιαχνε φαγητά και γλυκά και πάντα της έφερνε σε ταπεράκια ειχε πέσει για ύπνο από νωρίς. Το ζευγάρι δυο ορόφους παρακάτω με τα δυο παιδιά δούλευαν το πρωι και δεν ξενυχτούσαν όπως τα πρώτα χρόνια που ήρθαν κι έμειναν σε αυτή την πολυκατοικία. Ο ημιόροφος έμενε ξενοίκιαστος χρόνια, απο τότε που πέθανε η γιαγιά που έμενε εκει.

Στο σπίτι ειχε πολλή ησυχία. Και τα δωμάτια δεν τη χώραγαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου