Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Τὸ χρονικὸ ἑνὸς προαναγγελθέντος θανάτου

Συντελέστηκε παλιά,
Ἑπιβεβαιώθηκε λίγες μέρες νωρίτερα.
Κρακ..
Δυστυχῶς δὲ μπορῶ νὰ κάνω τίποτα περισσότερο.
Κάπου ὅμως θέλω νὰ τὸ βγάλω ἀπὸ μέσα μου,
μόνο νὰ ἐλαφρύνει ἡ σκέψη.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Θεός

Εἶναι ὁ ἄνθρωπος τόσο συχνὸς
καὶ σπάνιος ταυτόχρονα.
Χαρὰ καὶ κρῖμα
Μονό μου βῆμα.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ κάβου

Ἂν ὑπῆρχαν λέξεις...
Ἂν ὑπῆρχε μελωδία...



Ἡ πρωινὴ συννεφιὰ μερικῶν μελαγχολικῶν σκέψεων.
Δὲ θυμᾶμαι πια τί.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

:-(

Είναι στεναχωρημένος.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Ὁ ἔρωτας τῆς κυριακῆς

Ἁπλὰ πονάει, γιατὶ δὲν ὑπήρξε ποτέ. Καὶ ἡ κυριακὴ αὐτὴ ἔμεινε μόνη καθισμένη σὲ ἕνα παγκάκι νὰ ἀγναντεύει ἀόριστα ἕνα αἴνιγμα.



― Δεσποινὶς
― Παρακαλῶ
― Μπορῶ νὰ καθίσω δίπλα σας;
― Παρακαλῶ.
― Ξέρετε, βραδυάζει. Δὲν κάνει νὰ μένετε ἐδῶ τὲτοια ὥρα μόνη. Εἶναι ἐπικύνδυνα γιὰ σᾶς.
― Περιμένω λίγο ἀκόμα, νὰ ἔρθει. Σὲ λίγο θὰ ἔρθει. Θὰ δεῖτε κι ἐσεῖς.
― Θὰ μποροῦσα νὰ σᾶς κάνω παρέα μέχρι νὰ ἔρθει τὸ ραντεβοῦ σας, ἂν ἐπιτρέπετε.
― Παρακαλῶ.
― Εἶστε ὥρα ἐδῶ;
― Ἀπὸ τὸ πρωί. Μὰ νομίζω πρέπει νὰ ἔκανα λάθος τὴν ὥρα. Δὲν εἶμαι σίγουρη ἂν εἶπε στὶς ἐννιὰ τό πρωί ἢ τὸ βράδυ.
― Ξέρετε εἶναι σχεδὸν δέκα.
― Ἴσως εἶπε δέκα. Θὰ ἔρθει τώρα, ὅπου νά 'ναι· θὰ δεῖτε. Δὲ μπορεῖ νὰ μὴν ἔρθει.
― Τὸ ὀνομά σας;
― Εἶμαι ἡ Βιρτζίνια. Ἐσεῖς;
― Εἶμαι ὁ Λέοναρντ.
― Καὶ εἶστε ἐδῶ τόσες ὥρες;
― Ναὶ, μὰ περνᾶνε εὔκολα. Ἔχω ἕνα βιβλίο ποὺ μοῦ κρατάει συντροφιά. Ἀνάμεσα στὶς πράξεις. Σχεδὸν τὸ ἔχω τελειώσει. Ἂν δὲν ἔρθει τὸ ραντεβοῦ μου μέχρι νὰ το τελειώσω, θὰ φύγω.
― Θὰ πρέπει νὰ εἶναι πολὺ ἀγαπημένο σας πρόσωπο;
― Ναί, πολύ. Μοῦ ἔχει δόσει τὴ μέγιστη δυνατὴ εὐτυχία.
― Εἶναι πολὺ ὄμορφο αὐτὸ ποὺ περιγράφετε.
― Δὲ νομίζω ὅτι δυὸ ἄνθρωποι θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πιὸ εὐτυχισμένοι ἀπὸ μᾶς. Σὲ λίγο θὰ ἔρθει. Ἔτσι πρέπει.
― Τί ἐννοοεῖτε;
― Πρέπει νὰ ἔρθει. Δὲ μὲ ἄφηνε ποτὲ μόνη μου σήμερα. Μιὰ τέτοια μέρα, ἔφυγα ἐγώ, τώρα εἶμαι ἐδῶ καί περιμένω νὰ ἔρθει.
― Μὰ γιατί εἶναι βρεγμένα τὰ ροῦχα σας;
― Γιατί ἔφυγα βιαστικά καὶ δὲν πρόλαβα νὰ ἀλλάξω. Θα δεῖτε, τώρα ποὺ θὰ ἔρθει, θὰ στεγνώσουν ὅλα.
― Θέλετε νὰ σᾶς δώσω κάτι νὰ φορέσετε; Ἔχετε παγώσει.
― Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, ὅμως δὲν τὸ χρειάζομαι. Δὲ γίνεται νὰ μὴν ἔρθει.
― Κι ἂν δὲν ἔρθει;
― Θὰ ξαναφύγω.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Ενοχλητική μοναξιά σαββάτου

Κάπως ξεχασμένος από αυτούς που θα ήθελα να θυμόνται την υπαρξή μου, οι υπόλοιποι απλά δεν υπάρχουν για μένα. Τελικώς, μόνος. Και η αντίφαση στο μεγαλείο της. Το βλέπεις κι εσύ, δεν το βλέπω μόνο εγώ, ναι; Θα τρελλαθώ σου λέω. Και προσπαθώ να βρω ένα γαμημένο λόγο να ξημερώσει η κυριακή. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει σχεδόν συνέχεια τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Και να λες ότι δεν το προσπαθώ; Ζντουπ, πόρτα. Από την άλλη φοβάμαι, πως οι αγαπημένοι μου (μα τι ειρωνία) άνθρωποι, αποφάσισαν να απομακρυνθούν λόγω μιζέριας; Ατέρμονες σκέψεις αν τις συνεχίσω. Δεν έχει θεραπεία ο καταιγισμός σαββατιάτικα.

Θέλω να εξαφανιστώ σε μια αγκαλιά και να σταματήσω να σκέφτομαι και να σταματήσω το χρόνο και να σταματήσω. Αν έρθεις απόψε, σου έχω κρατήσει μια θέση κάπου. Δεν ξέρω που, θα το βρούμε αυτό, θα τα βολέψουμε.

Ένα συγκινησιακό μπλοκάρισμα που έχει επιστρέψει, παρά τις πολύ φιλότιμες προσπάθειες να μιμηθώ λόγια και στάσεις σώματος καθαρών συγκινησιακών ανθρώπων, μήπως και το σώσω λίγο.

Αυτά για απόψε.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Περιγραφές, Ι

Εἶναι ἄσχημη αἴσθηση ὅταν ἔχεις ἀνοιχτεῖ σὲ ἕναν ἄνθρωπο, αὐτὸς νὰ σὲ ἀπορρίπτει. Καὶ ὅσο περισσότερα περιμένεις ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, τόσο πιὸ ὀδυνηρὴ εἶναι ἡ ἐμπειρία. Θὰ ἤθελα νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μὴν τὸ κάνεις αὐτό. Ποτέ, ποτέ. Ὅταν ἀνοίγεσαι σὲ ἕναν ἄνθρωπο, τότε αὐτὸς ἔχει στὴ διαθεσή του, τὸ μέσα σου. Καὶ μπορεῖ νὰ τὸ ἀγκαλιάσει ἂν θέλει. Μὰ μπορεῖ ἂν θέλει νὰ πάρει μιὰ λεπίδα, νὰ τὴν καρφώσει ὅπου πονάει περισσότερο καὶ νὰ ἀρχίσει νὰ τὴ στριφογυρίζει. Καὶ εἶναι περίεργος αὐτὸς ὁ πόνος· δὲ φαίνεται στὸ πρόσωπο. Ἴσως κάποιος ποὺ σὲ ξέρει νὰ τὸ προσέξει στὰ μάτια.
Κι ἐσὺ τὸ μόνο ποὺ ἔχεις νὰ πράξεις εἶναι νὰ ἀπομακρυνθεῖς, νὰ πάρεις ἥσυχα μιὰ βελόνα καὶ μιὰ κλωστὴ καὶ νὰ μπαλώσεις ὅτι χάλασε. Καὶ νὰ κοιτάξεις τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀνοίχτηκες. Φαίνονται ὅλα τόσο γλυκὰ ὅταν εἶσαι μακρύτερα· δὲ φταίει. Ἄλλωστε τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι δὲν ἀντιλήφθηκε κὰν τὶ σοῦ συνέβη. Ἴσως δηλαδή, νὰ μὴν σοῦ ἔκανε τίποτα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔνοιωσες. Οὔτε κι ἐσὺ φταῖς. Ἁπλὲς ἀνθρώπινες πράξεις, ποὺ ὑποκινοῦνται ἀπὸ ἁπλὲς ἀνθρώπινες ἀνάγκες.
Ἐσὺ νὰ ἀγαπήσεις ὅτι σοῦ συνέβη καὶ νὰ προσπαθήσεις νὰ τὸ ἐκμεταλλευτεῖς μὲ ἕνα τρόπο θετικὸ στὸ μέλλον – θὰ ἦταν ἰδανικό. Ξέρω, πονάει. Μὰ εἶναι μονόδρομος.

Μεταξύ μαθηματικών

— Έχω ανάγκη από λίγο ύπνο. Πάμε για νάνι;
— Μαζί;
— Λες; Έχω καιρό να κοιμηθώ με κάποιον. Ξέρω γω; Και δεν πάμε;
— Αν και ροχαλίζω μου λένε· θα σου κρατάω το χέρι όμως... ή θα σου βουλώνω τα αυτιά, εσύ διαλέγεις.
— Το χέρι νομίζω, μακράν καλύτερο. Κι ας ροχαλίζεις δε με νοιάζει.
— Το άλλο χέρι; Ελεύθερο; Ή όπου θέλω;
— Ε, αν έχεις αγγίξει το ένα χέρι, το άλλο ας ειναι όπου θέλει.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Ἡ νύχτα

Ὅπως πάντα, ἄλλη μιὰ νύχτα σπίτι. Δὲν καταλαβαίνω πῶς περνάνε οἱ μέρες καὶ γίνονται νύχτες, γιατί ξημερώνει, τί νόημα ἔχει ἡ ζωή; Θά 'θελα μόνο νά ἔχω ἕναν ἄγγελο.

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Ὁ δάσκαλος

* Ἂν ἀκόμη δὲν ἔχεις κατακρυμνήσει τὸ ἐγώ σου, εἶναι γιατὶ τὸ θεωρεῖς πιὸ σημαντικὸ ἀπὸ τὸν ἐαυτό σου. Ποὺ σημαίνει ὅτι ἔχεις πολλὰ ἀκόμα νὰ δεῖς.

* Εἶναι κρίμα νὰ βλέπεις γύρω σου τόσους ἀνθρώπους ποὺ νοιώθεις πὼς ἔχουν τόσα πολλὰ καὶ ὄμορφα νὰ δόσουν, κι ὅμως ἀρνοῦνται πεισματικὰ νὰ ἀπελευθερωθοῦν ἀπὸ τὰ ἴδια δεσμά.

* Δὲν ὑπάρχει κανονικό. Δὲν ὑπάρχει σωστὸ. Ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ νοιώθω. Ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ εἶναι συνοχικό.

* Γιὰ τὰ πράγματα ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ σένα, μπορεῖς μόνο νὰ συμφιλιωθεῖς μαζί τους. Γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα, πράξε ὥστε νὰ τὰ φέρεις στὸ δρόμο ποὺ ἐπιθυμεῖς, ἀρκεῖ νὰ μὴν ἐνοχλήσεις κανέναν ἄλλον ἄνθρωπο.

* Ἡ βία εἶναι ἡ φυσικὴ συνέπεια τῆς ἀντίφασης. Ἡ εὐτυχία, εἶναι τὸ ἐπακόλουθο τῆς συνοχῆς.

* Ἂν κάτι τὸ νοιώθεις, εἴτε ὑπάρχει, εἴτε εἶναι προσωπικὴ προβολή. Πάντα, θὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ διαχωρίσουμε μὲ βεβαιότητα τὴν αἴσθηση αὐτογνωσίας ἀπὸ τὴν προσωπικὴ προβολή. Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ μόνη πηγὴ πληροφορίας ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν κόσμο εἶναι τὰ πολὺ δικά μας μάτια. Ἕνα δέντρο ποὺ μπορεῖ νὰ ζεῖ μπροστά σου, δὲν ὑπάρχει μέχρι νὰ τὸ ἀντιληφθεῖς μὲ κάποια ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις σου.

* Κάθε τί ποὺ κάνεις, τὸ κάνεις γιατὶ ἐλπίζεις κάτι ἢ φοβᾶσαι τὸ ἀντίθετο. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι φτηνὲς δικαιολογίες.

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Πέτρινα χρόνια

Εἶμαι ἕνα σπίτι εγκαταλελειμμένο ποὺ καταρρέει ἀθόρυβα παραδίδοντας τὸ χῶρο του σὲ λουλούδια.

Ἐκτεθειμένος
Μόνος
Ἀδύναμος
Ἀσήμαντος
Λυπημένος

Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴ μία στιγμὴ στὴν ἐπόμενη, κοστίζει πόνο.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Αφρόγαλα

Αυτή τη στιγμή είμαι μόνος. Και το αίσθημα της μοναξιάς ειναι κάτι που εντείνεται όταν ο χρόνος προτείνει την ευτυχία· κάτι που οξύνει δηλαδή την αντίφαση.

Έχω πληγές όπως όταν περπατάς και πέφτεις σε γωνίες και αιχμηρά αντικείμενα. Χτύπημα και άνοιγμα, πληγή και έκθεση.

Αυτή τη στιγμή φοβάμαι ότι θα πληγωθώ.
Φοβάμαι τη μοναξιά
Φοβάμαι την απόρριψη

Αυτή τη στιγμή επιλέγω να ειμαι μόνος γιατί θέλω να δόσω ένα διάλειμμα στο οξύ. Μα τελικά συναντώ το χρόνιο. Τι να διαλέξω. Όπου κι αν πάω, πονάω.

Σου έχουν μιλήσει ποτέ για ψυχική οδύνη; Δύσκολο να το περιγράψω. Μα δε με νοιάζει. Όπως και να το περιγράψω, εσύ θα με καταλάβεις, έτσι δεν ειναι; Αφού το σενάριο λέει, ότι εσύ θα με καταλαβαίνεις, έτσι δεν ειναι; Αφού εσύ, δεν είσαι τίποτα περισσότερο από εγώ.

Κάπου μέσα μου, μένω μόνος μου, αναζητώντας ισχυρή εγγύηση της αγάπης σου. Ονειρεύομαι ότι θα έρθεις να με ψάξεις, για να μου επιβεβαιώσεις το ενδιαφέρον σου, να έρθεις γλυκά να μου κρατήσεις το χέρι, και να μου υποσχεθείς πως ειμαι τα πάντα για σένα. Ω, μα τι ειρωνία. Δεν ήρθε κανείς. Γιατί να έρθει;

Έτσι κι εγώ θα δόσω την αγάπη μου στα άψυχα μου τα αντικείμενα, που ξέρω ότι μου ανήκουν και δε θα με προδώσουν ποτέ. Τα άψυχα δεν προδίδουν. Όμως ούτε αγαπούν.

Θα ήθελα να πάω ένα ταξίδι. Ένα μακρύ ταξίδι. Προς το φως. Κι ίσως ήμαστε όλοι τότε, λίγο πιο ευτυχισμένοι. Εγώ κυρίως. Μα δεν έχω το θάρρος να φύγω.

Καληνύχτα

Προβάλλοντας ἕνα ὄνειρο στῆς μοναξιᾶς μου τὸ πανί, ζωγραφίζουν λουλούδια τὰ μάτια. Γιὰ τὴν καρδιά, οὔτε νὰ τὸ συζητᾶς· τί νὰ σοῦ λέω.. Ἂς ποῦμε ὅτι πονάει γλυκά.


Ἀπόψε θά ὀνειρευτῶ,
πὼς κάποιον ἀγαπῶ.
Κι ἴσως ἀνατρέψω μιά κοσμοθεωρία,
νὰ ξαναγράψω γιὰ τὴν εὐτυχία.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

Ἡ σπίθα

Καὶ μὲ μιὰ σπίθα, μονομιᾶς ὀνειρεύτηκα τὸ μέλλον μου.



Ποτὲ δὲ θὰ γνωρίζουμε τὴν κατάληξη ἑνὸς ὀνείρου· ἐκτὸς ἂν πραγματοποιηθεῖ ἢ πεθάνουμε.

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

Ἡ ζαλάδα

Σήμερα σηκώθηκα σχεδὸν πρὶν χαράξει ὁ ἥλιος τὴ μέρα. Ἔχοντας μιὰν αἰτία στὸ κεφάλι μου, δυστυχῶς καμμιὰν ἀφορμή, κοιμήθηκα ἐλάχιστες ὥρες. Καὶ ἤπια ἕναν καφέ, ποὺ μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἦταν πάλι γλυκός, καὶ εἶχε καὶ γάλα μέσα. Καὶ διάβασα μιὰ ἐφημερίδα, τοῦ κόσμου τ' ἀσήμαντα δηλαδή, μόνο καὶ μόνο ὅμως νὰ περάσει λίγο ἡ ὥρα. Νὰ φωτίσει, νὰ μὴν ἔχω ἀνάγκη αὐτὴ τὴ λάμπα τοῦ φθορισμοῦ πάνω ἀπὸ τὰ δαχτυλά μου. Σήμερα πάλι σὲ σκεφτόμουν, πάλι. Καὶ ὅσο σὲ σκεφτόμουν, σὰ νὰ φτερουγίσανε δέκα χρόνια ἀπὸ τὸ μυαλό μου, κι ἔγινα ἔφηβος, καὶ πιὸ μικρόσωμος, κι ἀδύνατος. Κι ὅπως ὅλα τὰ παιδιὰ, εἶχα, ἀπὸ κεῖνη τὴν ὥρα μιὰν ἀνάγκη γιὰ μιὰ μεγάλη ἀγκαλιά νὰ χαθῶ γιὰ ὅλη τὴ μέρα. Καὶ δὲν ἤθελα τίποτα ἄλλο, οὔτε νὰ φάω, οὔτε νὰ κουνηθῶ, παρὰ νὰ μείνω ἀκίνητος μαζί σου.

Κοίταξα γιὰ λίγο ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο. Θολὸς καιρός, ἀέρας δυνατός, νοτιὰς τρελλός· σκέφτηκα νὰ ἔπαιρνα τὸ ποδήλατό μου, ποὺ τόσο ἀγαπῶ –καὶ ἴσως κι ἐσὺ νὰ τὸ ἀγαπᾶς λίγο, νὰ πᾶμε μιὰ βόλτα, μπορεῖ καὶ μέχρι τὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας, σ' αὐτοὺς τοὺς δρόμους ποὺ κόβουν διαγώνια. Καὶ λίγο ἀνηφορικά. Μὰ ἡ θέα μοῦ ἄφηνε τὴν αἴσθηση πὼς εἶναι ἐπικύνδυνο νὰ βγαίνει ἕνα ἀγόρι στὸ δρόμο μὲ τέτοιο καιρό, καὶ χωρὶς ἀσφαλῆ προορισμό. Κι εἶχα κι ἐκείνη τὴ ζαλάδα ἄλλωστε· ποῦ νὰ τρέχεις;

Ἔτσι ἔμεινα σπίτι ποὺ λές. Κι ἔκανα ἕναν ἀκόμα καφέ. Πιὸ γλυκὸ καὶ μὲ πιὸ πολὺ γάλα, μήπως καὶ πάρω λίγο ἀπὸ τὸ γλυκὸ ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦσα ἐκείνες τὶς στιγμὲς. Καὶ ἡ μέρα συνεχίστηκε μὲ τὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων μου: ἔριξα κι ἐγὼ ἕναν σταυρό, μὰ δὲ βούτηξε κάποιος νὰ μοὺ τὸν φέρει πίσω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι. Ἤτανε περίεργα τὰ νερά. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ σηκώσει τόση μοναξιὰ στὰ χέρια, σὰ νὰ φόβιζε ἡ φωτισή της. Κι ἔτσι, ἀφοῦ κανεὶς δὲ βρέθηκε, ἄφησα τὸ σταυρὸ ἐκεῖ, πότε νὰ ἐπιπλέει καὶ πότε να βουλιάζει στοὺς οὐρανοὺς τῶν βυθῶν. Καὶ συνέχισα.

Καὶ μετὰ ἄκουσα μουσική. Δηλαδὴ πάλι ἐσένα. Καὶ πᾶμε πάλι ἀπ' τὴν ἀρχή...

Ἡ χρονιὰ τοῦ δέλτα

ἱκετεύοντας μερίδιο ἀπὸ τὴν εὐτυχία

Τὸν ἄνθρωπο ἔχεις ἀνάγκη, γιὰ νὰ μὴ νοιώθεις μόνος. Καὶ καμιὰ φορὰ γυρνᾶς μέσα στὸ πλῆθος γιὰ νὰ βρεῖς αὐτόν, ποὺ ὅταν τὸν πιστέψεις, θὰ βλέπεις τὴν αγάπη σου στο πρόσωπό του. Ἔτσι κι ἐγὼ σὲ βρῆκα τυχαῖα. Μὰ θὰ ἦταν ὅλα ἕνα κλὶκ πιὸ ὄμορφα ἂν λίγο μὲ εἶχες βρεῖ κι ἐσύ. Ἂχ καὶ νά 'ξερες. Νὰ μποροῦσες μόνο νὰ δεῖς αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι γιὰ σένα. Ἥλιος στὰ μάτια μου και λάμπει ὅταν σὲ βλέπω. Ποιό θεὸ νὰ παρακαλέσω, νὰ μοῦ κάνει μιά χάρη, νὰ μοὺ κάνει ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ νοιώθω; Ἂχ καὶ νά 'ξερες. Ἦταν ἡ εὐχὴ καθὼς ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ τὶς τελευταῖες ὥρες τοὺ χρόνου ποὺ μᾶς ἄφησε –ἔτσι στὰ σκοτεινὰ, ὅπως ἦρθε.
Ἂν κάτι τό πιστεύεις πολύ, πόσο πιὸ εὔκολα μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις ἀλήθεια; Καὶ πόσο μπορεῖ νὰ συμβοῦν πράγματα ποὺ φαίνεται νὰ μὴν ἐξαρτῶνται ἀπὸ 'σένα;
Αύτὸ ἤθελα νὰ σοῦ πω, μὰ φοβᾶμαι. Φοβᾶμαι μὴ μοῦ τρομάξεις καὶ σὲ χάσω. Δὲ θέλω νὰ σε χάσω. Δὲν πειράζει, δέ θα σοῦ πῶ τίποτα. Θὰ τὰ πῶ ὅλα ἐδῶ, καὶ σιωπηλά μέσα μου, θὰ προφέρω τ' ὅνομά σου. Νὰ μποροῦσαν οἱ ψυχὲς νὰ ποῦν ὅσα τὰ στόματα σιωποῦν, κι ὅσα οἱ καρδιὲς ἐλπίζουν. Τελικά, συνήθων ἀνθρώπων, συνήθη συναισθήματα, ποὺ τὰ κάνει ἥρωες μιὰ γενναία ἐπιθυμία. Αὐτὰ γιὰ ἀπόψε καὶ θὰ λιώσω. Ἂχ καὶ νά 'ξερες.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

To πόρτο

Απόσπασμα από κουβέντα με τον καλό μου γείτονα

Ήθελα να πάρω χτες από το σούπερ μάρκετ κι ένα κρασί.
Μα δε βρήκα πόρτο.
Και μάλλον έψαχνα μια δικαιολογία να μην πάρω.
Όμως ήθελα να το αγοράσω,
γιατί φοβόμουν πώς θα με βρει ο καινούριος χρόνος.
Και ήθελα να έχω κάτι να πιω αν τα πράγματα ήταν περίεργα.
Αλλά τελικά ήρθε ο μορφέας
και μού κανε τη χάρη
και ξύπνησα ένα χρόνο μετά
κι ένας χρόνος έγινε ιστορία
παραμύθια για τα παιδιά τα μεγάλα δηλαδή
που τα γεμίζεις χρώματα
κι είσαι εκεί κι ειναι εκεί
κι ειναι όλα τόσο γαλήνια κι αθώα
Είναι τα χρώματα που δεν πληγώνουν
που ρωτάνε πριν βάψουν κόκκινο και κίτρινο και πράσινο.