Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Ὁ χρόνος, ΙΙ

Κι ὅλος ὁ κόσμος ζοῦν χριστούγεννα, καὶ τρέχουν ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ τὰ λαμπάκια στὰ δέντρα τὰ πλαστικὰ καὶ τὰ μπαλκόνια τὰ τσιμεντένια, ὁρίζουν τὴν ἀλήθεια ποὺ θὰ θέλαμε, ἢ ποὺ μᾶς λείπει. Καὶ τὸ φεγγάρι –που ἁπλὰ δὲ μπορεῖς νὰ κάνεις χωρὶς αὐτό– ξαπλώνει στὴν ταράτσα τῆς ἀπέναντι πολυκατοικίας.

Κι ὅλος ὁ κόσμος ζοῦν χριστούγεννα, καὶ εἶναι σὲ κάποιο σπίτι. Ἐγὼ εἶμαι στὸ δικό μου σπίτι. Ὅλη μέρα σήμερα ἄκουγα μπαλάντες τοῦ '80, καὶ τὶς φόρτωνα ἕνα σωρὸ ἀναμνήσεις. Καὶ εἶμαι στὴ δική μου ἱστορία. Δέκα χρόνια περάσανε, καὶ πέσανε πάνω μου μ' ἕνα τηλέφωνο, ποὺ τὸ σήκωσα μέσα ἀπό τὸν ὕπνο μου. Κι ἄκουσα μιὰ φωνὴ που κάποτε μ' ἀγαποῦσε, θαρρῶ. Χάρηκα, μὰ ἡ αἴσθηση προστατευμένη ἐκατέρωθεν.

Καὶ πάλι μόνος· τραγικά μόνος, νὰ ἐλπίζεις καὶ να φοβᾶσαι. Κι ὅσο πιὸ μόνος αἰσθάνομαι, τόσο περισσότερο θέλω νὰ κλείνομαι στὸν ἐαυτό μου, γιατὶ τότε εἶναι ποὺ ἐκτίθενται οἱ εὐαίσθητες πτυχές μου. Καὶ αὐτὲς δὲ θέλω νὰ τὶς συναντοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιατὶ εἶναι αἰχμηροὶ καὶ τὶς πληγώνουν. Ξέρεις πόσες φορές σοῦ χαμογέλασα, καὶ μέσα μου ἔλιωνα στὸ κλάμμα γιατὶ δὲν ἤθελα νὰ σοῦ πω πόσο με πλήγωνες. Γιατὶ δὲν εἶχε νόημα. Γιατὶ φοβόμουν ὅτι θὰ μὲ ἀπορρίψεις.

Κι ὁ κόσμος εὔχονται χρόνια πολλὰ, νὰ ζήσεις. Οὐαὶ κι ἀλοίμονο. Καὶ λιώνεις μέσα σου κι ἔξω εἶσαι βράχος. Καὶ ἔπεσα πάνω σου, με ἕνα μήνυμα, ματάκια μου ὅμορφα. Κι ἔγινα χιλιάδες κομμάτια ὁ βράχος· ἄμμος τὰ θρύψαλα. Κι ὅμως πάλι γέλαγα. Καὶ ἡ αἴσθηση ἀπροστάτευτη, στὸ ἔλεος τοῦ γυαλιοῦ. Κι ἐσὺ ἂς δήλωνες μαλακὸς σὰν τὸ σφουγγάρι.
Καὶ τελειώνει ἡ ὥρα, κι ἀλλάζει ἡ μέρα. Κι ἀλλάζει ἡ μοναξιά, κι ἔρχεται ἡ ἀπόγνωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου