Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Πορεία

Εἶμαι στὸ μπαλκόνι. Στήν ἄκρη. Κοιτάζω ψηλά. Τὰ ἀστέρια. Ὁ οὐρανὸς ἀπόψε εἶναι καθαρὸς, καὶ ἡ νύχτα ὑπέροχη. Μετὰ κοιτάζω κάτω. Βλέπω τὸν πεζόδρομο, τὸν δρόμο, τὸ παρκάκι, τὰ δὲντρα. Δὲ μοῦ ἀρέσει. Καλύτερα ψηλά. Θέλα νὰ πάω ψηλά. Πρέπει νὰ εἶναι ὅλα τόσο ὄμορφα ἐκεῖ πάνω. Πῶς ὅμως πάει κανεὶς ψηλά; Σκέφτομαι λίγο. Νομίζω ὁ καλύτερος τρόπος γιά νὰ πᾶς ψηλά, εἶναι νὰ πέσεις χάμω. Ξανακοιτάζω κάτω. Πρέπει νὰ εἶναι καμιά δεκαπενταριὰ μέτρα ὕψος. Ἂν πέσω ἀπὸ ἐδὼ σίγουρα θὰ φτάσω πάνω, σκέφτομαι.
Κάνω ἕνα γρήγορο φλὰς-μπακ στὴ ζωή μου. Τὰ παιδικά, τὰ ἐφηβικά χρόνια. Τὰ χρόνια στὸ πανεπιστήμιο. Ὅλα φαίνονταν νά πηγαίνουν τόσο καλά. Κι ὅμως. Ἡ πορεία πρὸς τὴν εὐτυχία, φαίνεται νὰ ἔχει ἀντιστραφεῖ τοὺς τελευταίους μῆνες. Βιώνω καταστάσεις καὶ συναισθήματα τὸσο δυσάρεστα· ὅτι πίστευα ἔχει χαθεῖ. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἤθελα κοντά μου, εἶναι ἐπιδεικτικὰ ἀπόντες ἀπὸ τὴ ζωή μου. Τί νὰ φταίει γιὰ αὐτὸ; Τί σημασία ἔχει; Μᾶλλον ἐγὼ θὰ φταίω. Ὅτι κι ἂν ἔχω κάνει, ἔχει ἀποτύχει ἄλλωστε.
Μέρες τώρα τὸ τηλέφωνο δὲν ἔχει χτυπήσει στὸ σπίτι. Ξυπνάω μηχανικά, πάω στὰ μαθήματα μηχανικά, πάω στο γυμναστήριο μηχανικά, ἔχοντας τὴν αἴσθηση ὅτι τό σώμα μου παίζει σὲ μία ταινία, τῆς ὅποίας τὸ σενάριο δὲν ὅρίζω ἐγώ. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, δέν ἐχω ἐνδιαφέρον νὰ ὁρίσω τίποτα. Δὲ μπορῶ νὰ φανταστώ καμμία εἰκόνα τοῦ ἐαυτοῦ μου στὸ μέλλον. Δὲν ἐλπίζω τίποτα. Φοβᾶμαι νὰ ἐλπίσω τὸ ὁτιδήποτε, γιατὶ δὲν χωράω ἄλλες ἀποτυχίες. Ἡ πραγματικότητα εἶναι τόσο ὀδυνηρή. Χωρὶς διέξοδο.
Θὰ ἤθελα μιὰ ἀγκαλιὰ τώρα. Ἕνα γλυκὸ φιλὶ στὸ μέτωπο, κι ἕνα ἀσφαλὲς καταφύγιο. Μὰ τί σκέφτομαι; Δὲν ὑπάρχουν αὐτά. Θὰ μὲ ἀγκαλιάσω ἐγώ. Καὶ θὰ με φιλήσω γλυκὰ στὸ μέτωπο. Καὶ μετά, θὰ μοῦ δὸσω τὸ χέρι. Καί θὰ περάσω τὰ κάγκελα καὶ θὰ βρεθῶ στὴν ἐκτεθειμένη πλευρὰ τοῦ μπαλκονιοῦ μου. Αὐτή, ποὺ ἂν κάνεις ἀκόμα ἕνα βῆμα, θὰ πέσεις καί θα βρεθεῖς ψηλά. Ἐκεῖ ποὺ σκεφτὸμουν πρίν. Στ' ἀστέρια. Καὶ ὅλα θὰ εἶναι ὄμορφα μετά. Καὶ τίποτα δὲ θὰ πονάει. Καὶ τίποτα δὲ θὰ εἶναι ἄσχημο. Καὶ ὅλοι θὰ εἶναι εὐτυχισμένοι. Καὶ τὸ ἀσθενὲς θὰ ἔχει ἐκριζωθεῖ. Καὶ ἡ γαλήνη θὰ κυριαρχεῖ. Ἐκεῖ ὅπου τὸ πρὶν θὰ συναντάει τὸ μετά, στὸ πάντα καὶ τὸ παντοῦ. Δηλαδὴ στὸ πουθενά.
Τὸ χέρι μὲ βοηθάει νὰ κάνω τὸ ἕνα ἀκόμη ἀπαιτούμενο βῆμα. Και βυθίζομαι στὸ κενό.
Ἀνοίγω τὰ μάτια. Εἶναι σκοτὰδι. Εἶμαι σὲ ἕνα μέρος γνώριμο. Τὸ στρῶμα μου. Κοιτάζω γύρω. Τὸ ὑπνοδωμάτιό μου. Ἦταν ἕνα ὄνειρο λοιπὸν. Καὶ ἡ πραγματικότητα μένει τὸ ἴδιο οδυνηρὴ. Δὲ μοῦ ἀρέσει. Προτιμῶ τὸ ὄνειρο. Θὰ τή σκοτώσω.
Βγαίνω στὸ μπαλκόνι. Στὴν ἄκρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου