Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Η ουσία

Ήρθε το καλοκαίρι κι εγώ δε γίνομαι καλά

Κι έφτασα σαν κάθε που σε πίνω, να περιμένω το επόμενο πρωι να σηκωθώ και νά 'χει νόημα η μέρα. Και είπα πως κάθε βράδυ θα παίρνω κι ένα βιβλίο δίπλα μου, για να μη σκέφτομαι προβλήματα ανθρώπινα, μα μαθηματικά, αυτά δηλαδή που λύνουν οι άνθρωποι κι όχι αυτά που δημιουργούν. Αλλά το πρωι που ανοιγω τα μάτια μου, ο κόσμος ειναι γύρω μου το ίδιο σκοτεινός όπως και το βράδυ. Και εγώ νοιώθω βαρύς και δυσκίνητος και λέω μέσα μου, πως από αύριο ίσως τα πράγματα γίνουν καλύτερα. Κι έτσι περνάει το αύριο και το κάθε αύριο. Και είπα μέσα μου, να μην ξαναμιλήσω γιαυτό που βιώνω, σε άλλους ανθρώπους, μήπως και το πιστέψω και δω λίγο φως κι εγώ. Κι έχω και αυτή τη ζαλάδα τη μόνιμη, που υποτίθεται θα μου χαρίσει ένα παυσίπονο. Αρχίζω και πιστεύω πως δε θα γίνω ποτέ καλά, πως είμαι ο από λάθος άνθρωπος. Αλλά δεν αντέχω και κάπου θέλω να μιλήσω να φωνάξω, μέσα στην υπνηλία μου, να ζητήσω τη γαλήνη. Και λίγη στοργή. Ω, η ζωή είναι τόσο μικρή. Τόσο μικρή για να βασανίζομαι τόσο, για να περιπλανώμαι στα σκοτάδια. Τόσο μικρή και τόσο μεγάλη. Ήθελα να πάψω να έχω τόσο σκοτάδι, ήθελα να σκέφτομαι λιγότερο, ήθελα να κάνω όνειρα που δεν είναι εφιάλτες. Και να αισθανθώ ένα κλικ όμορφα, να χαρώ τη μέρα, το φως, σαν και τους υπόλοιπους ανθρωπους.

1 σχόλιο:

  1. "συχνά από τα παράθυρα πέταγε ο νους μου, έψαχνε ευτυχία σαν να ψάχνε βελόνα στα άχυρα"
    όμορφο μπλογκ, γεμάτο οικείες σκέψεις

    ΑπάντησηΔιαγραφή