Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

Ἡ χρονιὰ τοῦ δέλτα

ἱκετεύοντας μερίδιο ἀπὸ τὴν εὐτυχία

Τὸν ἄνθρωπο ἔχεις ἀνάγκη, γιὰ νὰ μὴ νοιώθεις μόνος. Καὶ καμιὰ φορὰ γυρνᾶς μέσα στὸ πλῆθος γιὰ νὰ βρεῖς αὐτόν, ποὺ ὅταν τὸν πιστέψεις, θὰ βλέπεις τὴν αγάπη σου στο πρόσωπό του. Ἔτσι κι ἐγὼ σὲ βρῆκα τυχαῖα. Μὰ θὰ ἦταν ὅλα ἕνα κλὶκ πιὸ ὄμορφα ἂν λίγο μὲ εἶχες βρεῖ κι ἐσύ. Ἂχ καὶ νά 'ξερες. Νὰ μποροῦσες μόνο νὰ δεῖς αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι γιὰ σένα. Ἥλιος στὰ μάτια μου και λάμπει ὅταν σὲ βλέπω. Ποιό θεὸ νὰ παρακαλέσω, νὰ μοῦ κάνει μιά χάρη, νὰ μοὺ κάνει ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ νοιώθω; Ἂχ καὶ νά 'ξερες. Ἦταν ἡ εὐχὴ καθὼς ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ τὶς τελευταῖες ὥρες τοὺ χρόνου ποὺ μᾶς ἄφησε –ἔτσι στὰ σκοτεινὰ, ὅπως ἦρθε.
Ἂν κάτι τό πιστεύεις πολύ, πόσο πιὸ εὔκολα μπορεῖς νὰ τὸ κάνεις ἀλήθεια; Καὶ πόσο μπορεῖ νὰ συμβοῦν πράγματα ποὺ φαίνεται νὰ μὴν ἐξαρτῶνται ἀπὸ 'σένα;
Αύτὸ ἤθελα νὰ σοῦ πω, μὰ φοβᾶμαι. Φοβᾶμαι μὴ μοῦ τρομάξεις καὶ σὲ χάσω. Δὲ θέλω νὰ σε χάσω. Δὲν πειράζει, δέ θα σοῦ πῶ τίποτα. Θὰ τὰ πῶ ὅλα ἐδῶ, καὶ σιωπηλά μέσα μου, θὰ προφέρω τ' ὅνομά σου. Νὰ μποροῦσαν οἱ ψυχὲς νὰ ποῦν ὅσα τὰ στόματα σιωποῦν, κι ὅσα οἱ καρδιὲς ἐλπίζουν. Τελικά, συνήθων ἀνθρώπων, συνήθη συναισθήματα, ποὺ τὰ κάνει ἥρωες μιὰ γενναία ἐπιθυμία. Αὐτὰ γιὰ ἀπόψε καὶ θὰ λιώσω. Ἂχ καὶ νά 'ξερες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου