Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

-122

Η σκέψη
βγαίνει από το κεφάλι
σε τοίχους
έρπεται σαν κατάρα
στο χρόνο
ταξιδεύει
στην ευρώπη, σε χώρες ανύπαρκτες
ανηφορίζει
στα ποτάμια
χάνεται
στα βουνά, στον ουρανό
Γίνεται θάνατος ιδανικός
έρωτας ανεκπλήρωτος
γίνεται μνήμη
πονάει, μεθάει, καπνίζει
παίρνει χάπια περίεργα.
Στέλνει σήματα απεγνωσμένα
που αποσβαίνονται λίγο πριν
φτάσουν στο άπειρο
χωρίς αποδέκτες
ασυνάρτητα
χάθηκαν όλα.

Πάγωσαν τα άκρα μου
από το δροσερό αεράκι
μιας νύχτας καλοκαιρινής,
το αριστερό μου χέρι δεν το νιώθω,
το δεξί
όπως κοκκοι μελάνης που διαλύεται
σκορπίζει τη θλίψη.

Στο ημίφως
πέφτουν αστέρια απ' το ταβάνι
παραμορφώνεται
καμπυλώνεται ο χωροχρόνος
σαν στάχυα που λυγίζουνε
φιλώντας το χώμα
με χείλη άρρωστα
αποτίοντας τιμή στο πεπρωμένο.

Είμαι ανήμπορος πια
στην πλάτη μου φορτωμένη
τόση αλήθεια
γονάτισε,
δε με φτάνουν
οι άλλοι
βλέπουν μόνο μέχρι το δέρμα μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου